Η αυξανόμενη εξαθλίωση του προλεταριάτου

 

 «Με τη σταθερή μείωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου που σφετερίζονται και μονοπωλούν όλα τα οφέλη αυτού του προτσές μετασχηματισμού, αυξάνει η μάζα της εξαθλίωσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει επίσης και η εξέγερση της εργατικής τάξης η οποία πάντα αυξάνεται και είναι πειθαρχημένη, ενωμένη και οργανωμένη από τον ίδιο το μηχανισμό του προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής»

Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 1ος τόμος «Ιστορική Τάση της Καπιταλιστικής Συσσώρευσης»

 

1. «Οι αστοί ρεφορμιστές, και μερικοί οπορτουνιστές που τους αναπαράγουν στις τάξεις της σοσιαλδημοκρατίας, θεωρούν πως στην καπιταλιστική κοινωνία δεν επέρχεται εξαθλίωση των μαζών. Η «θεωρία της εξαθλίωσης», όπως την αποκαλούν, είναι εσφαλμένη: η ευημερία των μαζών, αν και με αργό ρυθμό, αυξάνεται, η άβυσσος μεταξύ των εχόντων και των μη- εχόντων δεν βαθαίνει, αλλά, μικραίνει. Κατά τον τελευταίο καιρό, το λάθος αυτών των ισχυρισμών αποκαλύπτεται στις μάζες με τρόπο όλο και πιο προφανή. Η ακρίβεια μεγαλώνει. Ο μισθός των εργατών, ακόμα και με έναν αγώνα βασισμένο σε απεργίες και με την καλύτερη ακόμα κατάληξη για τους εργάτες, αυξάνει με πολύ πιο αργό ρυθμό από όσο αυξάνουν τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η εργατική δύναμη. Και δίπλα από αυτό το φαινόμενο, ο πλούτος των καπιταλιστών αυξάνει με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα.

 […] Και τα διατροφικά είδη, τα είδη ένδυσης, τα καύσιμα και το ενοίκιο, όλα γίνονται πιο ακριβά. Ο εργάτης γίνεται εξαθλιώνεται απόλυτα, γίνεται δηλαδή εντελώς πιο φτωχός από πριν, υποχρεώνεται να ζει χειρότερα, να τρέφεται χειρότερα, ανεπαρκώς.

[…] Η σχετική εξαθλίωση των εργατών, δηλαδή η μείωση του τμήματος του κοινωνικού εισοδήματος που απολαμβάνουν, είναι ωστόσο ακόμα πιο εμφανής. Το σχετικό τμήμα που ανήκει στους εργάτες στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία γίνεται πιο πλούσια, γίνεται όλο και πιο μικρό, αφού με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό πλουτίζουν οι εκατομμυριούχοι.

[…] Στην καπιταλιστική κοινωνία αυξάνει ο πλούτος με απίστευτη ταχύτητα, ενώ οι εργατικές μάζες εξαθλιώνονται».

Αυτή η περιεκτική και πραγματική ανάλυση αυτού που φαίνεται άμεσα στα μάτια μας ως η σημερινή κατάσταση της ζωής της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών,  έχει εκπονηθεί από έναν κομμουνιστή της εποχής μας; Αυτή η φωτογραφία- τόσο ακριβής στις λεπτομέρειες- μιας κατάστασης η οποία επιδεινώνεται καθημερινά σε κάθε χώρα του κόσμου είναι καρπός της σκέψης ενός σημερινού μαρξιστή που ζει στο πλαίσιο της σημερινής καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης»;

Όχι, γράφτηκε από το Λένιν 96 χρόνια πριν, το Νοέμβρη του 1912 (Άπαντα, 18ος τόμος, Editori Riuniti, 1966, σ.σ. 418-19). Είναι ευδιάκριτη η εντυπωσιακή της επικαιρότητα.

 

2. Ακόμα και στην Ιταλία, μια παρακμάζουσα ιμπεριαλιστική χώρα, προχωρά ακατάπαυστα η αυξανόμενη εξαθλίωση των εργατών και των εργαζομένων, συνέπεια της επιδείνωσης της καπιταλιστικής κρίσης και της εφαρμογής των καπιταλιστικών συνταγών που μειώνουν τους πραγματικούς μισθούς για να ξανααυξήσουν τα κέρδη. Το αυξανόμενο εύρος και διάρκεια της ανεργείας, η αύξηση των τιμών των βασικών καταναλωτικών αγαθών και η φορολογία, οι τόκοι, τα ενοίκια, προκαλούν, εξάλλου, την περαιτέρω μείωση του μισθού των εργατών.

Αυτό δείχνει μια εξαθλίωση που προχωρά αδιάκοπα και συνεχώς επεκτείνεται, όπως δείχνουν οι ίδιες οι μεροληπτικές αστικές στατιστικές. Έχει ένα αμφίσημο χαρακτηριστικό: αφ’ενός είναι σχετική ( μειώνει δηλαδή το ποσοστό του εθνικού εισοδήματος που απολαμβάνει η εργατική τάξη), αφ’ ετέρου απόλυτη (καθαρή πτώση του βιωτικού επιπέδου της εργατικής τάξης).

Αυτό είναι ένα φαινόμενο που γίνεται αισθητό από πολλές πτυχές της ζωής κάθε εργατικής οικογένειας και οποιουδήποτε ζεί από τη δική του δουλειά (μισθός, ώρες εργασίας, εργατικά ατυχήματα, κατοικία, λογαριασμοί, σχολικές δαπάνες, υγεία, φόροι, πολιτιστική και ηθική παρακμή κλπ). Η οικονομική κατάσταση του στασιμοπληθωρισμού, τα κύματα απολύσεων, η καπιταλιστική πίεση ώστε να δίνεται στους εργάτες ένα όλο και πιο μικρό τμήμα της  παραγόμενης αξίας και να πέσει ο μισθός κάτω από την αξία των απαραίτητων μέσων επιβίωσης, ο περαιτέρω περιορισμός της κατανάλωσης, οι συνέπειες των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, καθιστούν ακόμα πιο οξύ το πρόβλημα για εκατομμύρια εργαζομένων και συνταξιούχων που ήδη βιώνουν την πλήρη έλλειψη ασφάλειας και με όλο και πιο λίγες ελπίδες για βελτίωση των συνθηκών ζωής τους.

Εκατοντάδες χιλιάδες προλεταριακών οικογενειών που δύσκολα τα βγάζουν πέρα ως τα τέλη του μήνα βλέπουν κάθε μέρα να επιδεινώνεται η κατάστασή τους και βυθίζονται στη φτώχεια για οποιοδήποτε απρόβλεπτο λόγο: απόλυση, τεχνητή ανεργία, ασθένεια, ατύχημα, αύξηση τόκων, κλπ. Αυτή η διαδικασία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, στην επιδείνωση των συνθηκών κατοικίας, στην επιδείνωση της υγείας των ιταλών εργαζομένων.

Αυτό το δράμα προφανώς δεν αφορά μόνο το προλεταριάτο, που όλα του τα τμήματα είναι τα πρώτα θύματα του καπιταλιστικού κομπρεσέρ, αλλά ακόμα και τους φτωχούς αγρότες, τεράστια τμήματα μικροαστών και υπαλλήλων των πόλεων, εμπόρους και βιοτέχνες, τμήματα των διανοούμένων. Στο νότο της χώρας αυτή η κατάσταση φτάνει στο ζενίθ της.

Ας δούμε μερικές στατιστικές.

Από το 2001 ως το 2005 υπολογίστηκε μια απώλεια αγοραστικής δυνατότητας της τάξης του 14,1% για τους εργάτες, του 20,4% για τους κατώτατους υπαλλήλους. Μεταξύ 2005 και 2006, η χρέωση των ιταλικών νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 9,8%.

Από το 2004 ως το 2007, οι καθαρές αποδοχές των ιταλών εργαζομένων έπεσαν από τη 19η στην 23η θέση της κατάταξης του ΟΟΣΑ, κάτω από την Ισπανία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία. Για ένα ετήσιο εισόδημα 25.000 ευρώ η καθαρή απώλεια είναι 1.210 ευρώ, που γίνονται 1.900 ευρώ αν δεν ληφθεί υπόψη η μερική επιστροφή φόρου.

Σύμφωνα με την έκθεση Eurispes του 2007, πάνω από το μισό των ιταλικών νοικοκυριών έχει ένα συνολικό μικτό εισόδημα κάτω από 1.900 ευρώ (σ.σ. ο μέσος μισθός ενός ιταλού εργάτη είναι 1.170 ευρώ μηνιαίως). Πάνω από 5 εκατομμύρια είναι οι οικογενειακοί πυρήνες, δηλαδή περίπου 15 εκατομμύρια άτομα, που είναι φτωχοί (δηλαδή, το 23% του ιταλικού πληθυσμού). 7 εκατομμύρια ηλικιωμένων λαμβάνουν συντάξεις 500 ευρώ το μήνα και πεινούν. Ένα τέταρτο των νέων ιταλών είναι εκτεθειμένο στο κατώφλι της φτώχειας: πρόκειται για αριθμούς που θα αφορούσαν υπανάπτυκτη χώρα..

Βάσει των στατιστικών της ISTAT (Κεντρικό Ινστιτούτο Στατιστικής) για το 2008, το 15% των οικογενειών των εργαζομένων δεν καταφέρνει να τα φέρει εις πέρας ως το τέλος του μήνα: το 9,3% έχει πρόβλημα με την πληρωμή των λογαριασμού νερού, φωτός και αερίου: το 10,4% δεν έχει χρήματα για να πληρώσει τις ιατρικές δαπάνες: το 16,8 για να αγοράσει τα απαραίτητα ρούχα: το 10,4% για την οικιακή θέρμανση: και το 4,2% δεν είναι σε θέση ούτε να αγοράσει τα απαραίτητα τρόφιμα.

Σύμφωνα με μια μελέτη της ΤΔΔ (Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, που συσπειρώνει όλες τις κεντρικές τράπεζες), σε μόλις ένα τέταρτο του αιώνα στην Ιταλία το σύστημα των επιχειρήσεων έχει αποσπάσει από τους εργαζόμενους 8% του ΑΕγχΠ. Πριν από τη δεκαετία του ‘ 80, τα κέρδη αποσπούσαν το 23,2% του ΑΕΠ: σήμερα σχεδόν το 32%. Σε όρους χρήματος, 8% του ΑΕΠ ισοδυναμεί με 120 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι προφανές πώς η ανισότητα στην διανομή του πλούτου επιστρέφει στα επίπεδα του 19ου αιώνα.

Ο Ντράγκι, πρόεδρος της κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας πρόσφατα παραδέχτηκε ότι οι μέσες απολαβές των εξαρτημένων εργαζομένων, μετά φόρων και εισφορών σε πραγματικούς όρους, έχουν μείνει στο επίπεδο που βρίσκονταν πριν από 15 χρόνια. Επομένως αυξάνεται όλο και πιο πολύ η διαφορά μεταξύ των πραγματικών μισθών και των ετήσιων ελάχιστων αναγκαίων δαπανών. Και όμως ο Ντράγκι και οι καπιταλιστές φίλοι του, που κερδίζουν εκατομμύρια ευρώ ετησίως, συνεχίζουν να υποστηρίζουν (μαζί με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες) την αναγκαιότητα της περαιτέρω μείωσης μισθών και συντάξεων, το άδειασμα των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του καπιταλισμού!

Φυσικά, η εξαθλίωση των ευρύτερων μαζών που καταγράφεται στη χώρα μας είναι μια πτυχή ενός φαινομένου που επιδεινώνεται σε παγκόσμια κλίμακα.

Από μια έρευνα του ΟΗΕ που δημοσιεύτηκε το 2006 προκύπτει ότι η αναλογία μεταξύ του 20% των πιο πλούσιων κατοίκων του πλανήτη και το εισόδημα του πιο φτωχού 20%  ήταν το 1820 3:1, το 1913 11:1, το 1960 30: 1, το 2001 80:1.

Σύμφωνα με το FAO, 74 εκατομμύρια ζουν στην Ευρώπη κάτω από το όριο της φτώχειας: 862 εκατομμύρια είναι τα άτομα που βιώνουν την πείνα στον πλανήτη. Από την άλλη, οι πιο πλούσιοι 200 αστοί κατέχουν έναν πλούτο μεγαλύτερο από αυτόν που παράγουν 2,5 δισεκατομμύρια εργαζόμενοι. Δεν πρόκειται για «ατέλειες» του συστήματος αλλά για το αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός αιώνα κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, ενός συστήματος που δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί.

 

3. Αυτή είναι η δραματική πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι εργάτες και οι προλεταριοποιημένες μάζες στην Ιταλία, την Ευρώπη και τον κόσμο. Μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνει πλήρως την ανάλυση του Μαρξ για την τάση εξαθλίωσης όλων των εκμεταλλευόμενων από το κεφάλαιο, και ταυτόχρονα την όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών μεταξύ του προλεταριάτου και των εργαζόμενων μαζών από τη μια και της αστικής τάξης από την άλλη.

Στο τεύχος 18/2007 του θεωρητικού μας οργάνου «Teoria & Prassi» υπενθυμίζαμε ότι η θεωρία την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ήταν, και συνεχίζει να είναι «η πιο συζητημένη και κριτικαρισμένη μαρξιστική οικονομική θεωρία. Αλλά ίδια τύχη έχουν και οι μαρξιστικές θέσεις για την εξαθλίωση, ακόμα και αυτές αποκηρύσσονται ομόφωνα από την αστική ακαδημαϊκή επιστήμη και εν συνεχεία από τους ρεφορμιστές θεωρητικούς.

Ένας από τους πρώτους που την κατήγγειλαν ήταν ο Μπερνστάιν στο βιβλίο του «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας» (1899), ο οποίος καθιστά αυτή την απόρριψη ένα από τα θεμέλια του ρεβιζιονισμού του και του ρεφορμισμού.. Όσον αφορά τους σύγχρονους ιταλούς αστούς οικονομολόγους, αρκεί να αναφέρουμε δύο: τον Paolo Sylos Labini, ο οποίος σε πολλά κείμενά του συνεχώς επαναλαμβάνει τη θέση ότι η θέση περί εξαθλίωσης είναι ένα από τα «τρία πιο σοβαρά λάθη» του Μαρξ, και τον Michele Salvati, ο οποίος, αναφορικά με τις «λίγες παρατηρήσεις του Μαρξ γύρω από την αυξανόμενη φτώχεια του προλεταριάτου» θεωρεί πως είναι «άχρηστο να συζητάμε για το αν πρόκειται περί απόλυτης ή σχετικής φτώχειας: με αυτή την παρατήρηση ο Μαρξ δεν επεδίωκε να θέσει μια υπόθεση γύρω από το κίνητρο της επαναστατικής δράσης». Προφανώς, για αυτόν, όπως και για το Μπερνστάιν, τα κίνητρα της επαναστατικής δράσης δεν έχουν τις ρίζες τους στις μόνιμες τάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά είναι μόνο ιδεολογικά και πολιτιστικά (δεν είναι σύμπτωση ότι ο Salvati ήταν ένας από τους προπαγανδιστές του νεοφιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος του Βάλτερ Βελτρόνι, που έθεσε το «διάλογο» με την υπερ-αντιδραστική κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι ως λόγο ύπαρξης).

Για να αναδείξουμε πιο ήταν το πραγματικό περιεχόμενο της ανάλυσης του Μαρξ, μας φαίνεται αναγκαίο να παραθέσουμε μερικά αποσπάσματα από δύο κείμενά του εξαιρετικά σημαντικά, γιατί και τα δύο περιέχουν τη ζωντανή απόδειξη της στενής σχέσης που υπάρχει μεταξύ της θεωρίας που ανέπτυξε ο Μαρξ και του δεσμού της με το εργατικό κίνημα της εποχής του: τη Μισθωτή Εργασία & Κεφάλαιο, καρπό μιας σειράς διασκέψεων που οργάνωσε στις Βρυξέλλες το 1849 με την «Γερμανική Εργατική Ένωση» και το «Μισθός, Τιμή και Κέρδος», μια έκθεση του Μαρξ το 1865 στην έδρα του Γενικού Συμβουλίου της «Διεθνούς Ένωσης των Εργατών» (την 1η Διεθνή).

 

4. Το κείμενο που ακολουθεί περιγράφει τη μείωση αυτού που ο Μαρξ αποκαλεί «σχετικό, ή αναλογικό, μισθό» του εργάτη:

«Η γρήγορη αύξηση του παραγωγικού κεφαλαίου προκαλεί μια αύξηση εξίσου ταχεία του πλούτου, των πολυτελειών, των κοινωνικών αναγκών και απολαύσεων. Αν και, επομένως, οι απολαύσεις του εργάτη αυξήθηκαν, η κοινωνική ικανοποίηση που αυτές παρέχουν μειώθηκε σε σύγκριση με τις αυξημένες απολαύσεις του καπιταλιστή που είναι απρόσιτες στον εργάτη, σε σύγκριση με τον βαθμό της ανάπτυξης της κοινωνίας γενικά. Οι ανάγκες μας και οι απολαύσεις μας προκύπτουν από την κοινωνία: εμείς τις μετράμε επομένως βάσει της κοινωνίας, και όχι βάσει των υλικών μέσων για την ικανοποίησή τους. Αφού είναι κοινωνικής φύσης, έχουν σχετική φύση.

[…] Το τμήμα που πάει στο κεφάλαιο, σε σχέση με το τμήμα που πάει στην εργασία, αυξήθηκε. Η διανομή του κοινωνικού πλούτου μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας έγινε ακόμα πιο άνιση. Ο καπιταλιστής, με το ίδιο κεφάλαιο, παραγγέλλει μια μεγαλύτερη ποσότητα εργασίας. Η εξουσία της καπιταλιστικής τάξης επί της εργατικής τάξης έχει αυξηθεί: η κοινωνική θέση του εργαζόμενου έχει χειροτερεύσει, έχει ωθηθεί σε ένα σκαλί πιο χαμηλά, κάτω από εκείνο του καπιταλιστή.

 […] Στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τα συμφέροντα της μισθωτής εργασίας είναι διαμετρικά αντίθετα.

Μια ταχεία αύξηση του κεφαλαίου σημαίνει μια ταχεία αύξηση του κέρδους: το κέρδος μπορεί να αυξηθεί γρήγορα μόνο όταν ο σχετικός μισθός μειωθεί με την ίδια ταχύτητα. Ο σχετικός μισθός μπορεί να μειωθεί επίσης αν ο πραγματικός μισθός αυξάνει όσο ο ονομαστικός μισθός, δηλαδή, όσο η χρηματική αξία της εργασίας, με την προϋπόθεση ότι δεν αυξάνει στην ίδια αναλογία με το κέρδος. Αν, για παράδειγμα, σε εποχές παχιών αγελάδων ο μισθός αυξάνει 5% ενώ το κέρδος αυξάνει 30%, ο αναλογικός, σχετικός μισθός δεν έχει αυξηθεί, αλλά έχει μειωθεί.

[…] Ακόμα και η πιο ευνοϊκή για την εργατική τάξη περίπτωση, μια αύξηση όσο το δυνατόν πιο γρήγορη από του κεφαλαίου, δεν εξαλείφει τις αντιθέσεις μεταξύ των συμφερόντων της και εκείνων του καπιταλιστή. Κέρδος και μισθός είναι, το ίδιο όπως και πριν, σε αντίστροφη αναλογία.

Αν το κεφάλαιο αυξάνει ταχύτατα, οι μισθοί μπορεί να αυξηθούν, αλλά το κέρδος του κεφαλαίου αυξάνεται με τρόπο δυσανάλογα πιο ταχύ. Η υλική κατάσταση του εργάτη έχει βελτιωθεί, αλλά σε βάρος της κοινωνικής του κατάστασης. Η κοινωνική άβυσσος που τον χωρίζει από τον καπιταλιστή έχει βαθύνει (Μισθωτή Εργασία & Κεφάλαιο, Editori Riuniti, Ρώμη 1977, σ.σ. 53-60).

16 χρόνια μετά, μελετώντας πιο επισταμένα την ανάλυση στη βάση όσων είχε ήδη αναπτύξει στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ- στην έκθεσή του ενώπιον της 1ης Διεθνούς- ξεκαθαρίζει, πρώτα από όλα, ότι «η αξία της εργατικής δύναμης συντίθεται από 2 στοιχεία, εκ των οποίων το ένα είναι αποκλειστικά φυσικό, ενώ το άλλο είναι ιστορικό και κοινωνικό. Το ελάχιστο όριό της καθορίζεται από το φυσικό στοιχείο, που σημαίνει ότι η εργατική τάξη για να συντηρηθεί και να αναπαραχθεί, πρέπει να λαμβάνει τα απολύτως απαραίτητα αντικείμενα χρήσης.[…] Πέρα από αυτό το καθαρά φυσικό στοιχείο, η αξία της εργασίας καθορίζεται από το βιοτικό επίπεδο που υπάρχει σε κάθε χώρα παραδοσιακά[…] Ο προσδιορισμός του πραγματικού επιπέδου του αποφασίζεται μόνο από τον ακατάπαυστο αγώνα μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αφού ο καπιταλιστής επιδιώκει συνεχώς να μειώσει τους μισθούς στο ελάχιστο φυσικό τους όριο και να επεκτείνει την εργάσιμη ημέρα στο μέγιστο φυσικό της όριο, ενώ ο εργάτης ασκεί σταθερά πίεση για το αντίθετο. Η κατάσταση αυτή συμπυκνώνεται στο ζήτημα του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στα δύο αντιμαχόμενα μέρη»

Αλλά η ανάλυση του Μαρξ προχωρεί πέρα από το ζήτημα του περιστασιακού συσχετισμού δύναμης μεταξύ των δύο μερών, που, σε συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να επιτρέψει στην εργατική τάξη να «βελτιώσει προσωρινά την κατάστασή της».

«Η τιμή της αγοράς εργασίας», έγραφε, «όπως και όλων των άλλων εμπορευμάτων, θα προσαρμόζεται μακροπρόθεσμα για να βρει την αξία της: γι’ αυτό, παρ’όλες τις αυξήσεις και μειώσεις, και παρόλα όσα ο εργάτης μπορεί να κάνει, σε τελική ανάλυση αυτός δεν θα λάβει παρά την αξία της εργασίας του». Από τι καθορίζεται το όριο της αξίας της εργασίας;

«Αναφορικά με το όριο της αξίας της εργασίας, ο πραγματικός καθορισμός της εξαρτάται πάντα από τη ζήτηση και την προσφορά, θέλω να πω από τη Ζήτηση εργασίας εκ μέρους του

Λαμβάνοντας υπόψη- παρατηρούσε ο Μαρξ- την αυξανόμενη ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής «[…] μπορούμε να συμπεράνουμε επομένως, όπως είχε υπονοήσει ο A.Smith, τον καιρό όπου η σύγχρονη βιομηχανία ήταν ακόμα στα σπάργανα, ότι αυτή η αυξημένη συσσώρευση κεφαλαίου πρέπει να ανατρέψει την ισορροπία υπέρ του εργάτη, αφού δημιουργεί μια αυξανόμενη Ζήτηση της εργασίας του. […] Αλλά παράλληλα με αυτή την προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου λαμβάνει χώρα μια αυξανόμενη τροποποίηση στη σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτό το τμήμα του κεφαλαίου που είναι σχηματισμένο από σταθερό κεφάλαιο, μηχανές, πρώτες ύλες, μέσα παραγωγής κάθε είδους, αυξάνει όλο και πιο γρήγορα από το άλλο τμήμα του κεφαλαίου το οποίο επενδύεται σε μισθούς, δηλαδή για να αγοράζει εργασία». (σ.σ. είναι αυτό το φαινόμενο που, στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ θα ονομάσει «αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου»).[…] Με την ανάπτυξη της βιομηχανίας η ζήτηση εργασίας δεν προχωρά επομένως με τον ίδιο ρυθμό με τη συσσώρευση κεφαλαίου. Αυξάνεται αναμφισβήτητα, αλλά σε αναλογία συνεχώς μειούμενη σε σχέση με την αύξηση του κεφαλαίου».

Συνάγεται λοιπόν ότι «[…] ακριβώς η σημερινή ανάπτυξη της βιομηχανίας ανατρέπει το ισοζύγιο πάντα υπέρ του καπιταλιστή ενάντια στον εργάτη, και ότι συνεπώς η γενική τάση της καπιταλιστικής παραγωγής δεν έγκειται στην αύξηση του μέσου επιπέδου των εργατών, αλλά στη μείωση αυτού, δηλαδή στην ώθηση της αξίας της εργασίας σε επίπεδα όλο και πιο χαμηλά, στο χαμηλότερό τους όριο. Αυτή είναι η τάση σε αυτό το σύστημα» (η έντονη γραφή δική μας).

 

5. Αυτή, λοιπόν, στην μαρξιστική επιστημονική ανάλυση, είναι η γενική τάση του καπιταλιστικού τρόπου  παραγωγής: τάση η οποία με τη συσσώρευση του κεφαλαίου προχωρά σε  μια μόνο κατεύθυνση: αυτή της συγκέντρωσης, σε έναν πόλο της κοινωνίας, τεράστιου πλούτου, παρασιτισμού, αλόγιστων δαπανών και οκνηρίας: ενώ στον άλλο πόλο εντείνονται όλο και πιο πολύ η εκμετάλλευση και η καταπίεση, αυξάνει η ανεργία και η επισφάλεια, αυξάνει η φτώχεια και η πείνα εκείνων που με τη δουλειά τους δημιουργούν το βιος τους.

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Μαρξ δεν απομονώνει καμία γενική αντι-τάση του καπιταλισμού που προχωρά σε αντίθετη κατεύθυνση, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τις αντι- τάσεις των «ανταγωνιστικών υποθέσεων» που αναλύει ο Μαρξ στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου», αναφορικά με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

Ο ίδιος αγώνας της εργατικής τάξης «ενάντια στις επιπτώσεις» αυτής της τάσης- σημειώνει με ξεκάθαρο τρόπο ο Μαρξ- «μπορούν  μόνο να φρενάρουν την πτωτική κίνηση, αλλά όχι να της αλλάξουν κατεύθυνση». Ο τόσο απαραίτητος καθημερινός «αντάρτικος πόλεμος» που διεξάγει το προλεταριάτο στο πλαίσιο διεκδικήσεων για την υπεράσπιση των θεμελιωδών συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του  είναι «μόνο παυσίπονα, αλλά δεν θεραπεύει την ασθένεια».Να γιατί «αντί για το συντηρητικό σύνθημα «Ίσος μισθός για ίση εργάσιμη ημερα», οι εργάτες πρέπει να γράψουν στις σημαίες τους το επαναστατικό σύνθημα: «Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας»»(Μισθός, Τιμή & Κέρδος, Editori Riuniti, Ρώμη 1977, σ.σ. 106-114).

Κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, δηλαδή προλεταριακή επανάσταση, απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, καταστροφή του κρατικού τους μηχανισμού, οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Μόνο έτσι θα μπορεί να τεθεί τέλος στον πλουτισμό των αστικών παράσιτων και στην εξαθλίωση των εργαζόμενων μαζών.

 

6. Το ζήτημα της επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης των εργαζόμενων μαζών, ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής συσσωρευσης, είναι στενά συνδεδεμένο με την θεμελιώδη αντίφαση που υπάρχει στο σημερινό τρόπο παραγωγής, εκείνη μεταξύ του όλο και πιο κοινωνικού, από τη μια,  χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας και της ατομικής, από την άλλη, καπιταλιστικής μορφής ιδιοποίησης των παραγόμενων αγαθών. Πρόκειται λοιπόν για ένα πεδίο αγώνα βασικό για την ώθηση της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της από την τυραννία του κεφαλαίου, ένα πεδίο ευρύ, χάρη στο οποίο μπορούμε να αναπτύξουμε μεταξύ των εργαζομένων την πραγματική ταξική συνείδηση, ένα πεδίο συγκεκριμένο για να κερδίσουμε τα πιο πρωτοποριακά στοιχεία του προλεταριάτου στον αγώνα για το σοσιαλισμό, και για την επέκταση της επιρροής των κομμουνιστών σε ευρεία στρώματα εργαζόμενων μαζών που συνθλίβονται από το καπιταλιστικό κομπρεσέρ.

Οφείλουμε συνεπώς να αναπτύξουμε τη ζύμωση για το ζήτημα της εξαθλίωσης όχι μόνο για να παρουσιάσουμε μια σειρά διεκδικήσεων που στόχο έχουν τη βελτίωση της κατάστασης της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών, αλλά κυρίως για να διεκδικήσουμε την κατάργηση του καπιταλισμού, ενός συστήματος ιστορικά ξεπερασμένου, και να δείξουμε το δρόμο του σοσιαλισμού, τη σχεδιασμένη κοινωνία που από την αρχή θα είναι ικανή να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες των εργαζομένων και να εξασφαλίσει στις μάζες μια ζωή χωρίς ανησυχίες.

 

7. Κλείνουμε τη μικρή μας αυτή συμβολή δίνοντας εκ νέου το λόγο στο Λένιν, ο οποίος στο «Σχέδιο προγράμματος του Κόμματός μας»(1899) έλεγε: […] Θα χρειαζόταν έπειτα να σκιαγραφήσουμε τη βασική τάση του καπιταλισμού: διάσπαση του λαού σε αστική τάξη και προλεταριάτο, «αύξηση της φτώχειας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης». Αυτά τα τελευταία διάσημα λόγια του Μαρξ επαναλαμβάνονται στη 2η παράγραφο του Προγράμματος της Ερφούρτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος: πρόσφατα οι κριτικοί  που συσπειρώνονται γύρω από το Μπερνστάιν επιτέθηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα ενάντια σε αυτό ακριβώς το σημείο, επαναλαμβάνοντας τις παλιές αντιρρήσεις των φιλελεύθερων και των αστών σοσιαλ-πολιτικών ενάντια στη «θεωρία της εξαθλίωσης». Κατά την άποψή μας, η πολεμική γύρω από αυτό το θέμα έχει δείξει πλήρως την αβασιμότητα μιας τέτοιας «κριτικής». Ο ίδιος ο Μπερνστάιν έχει αναγνωρίσει την ορθότητα αυτών των λόγων του Μαρξ όταν αφορούν το χαρακτηρισμό της τάσης του καπιταλισμού, τάσης που μετατρέπεται σε πραγματικότητα όταν εκλείπει ο ταξικός αγώνας του προλεταριάτου ενάντια σε αυτή, όταν η εργατική τάξη δεν έχει κατακτήσει νόμους για την προστασία των εργατών. Στην ίδια τη Ρωσία βλέπουμε αυτή την περίοδο να εκδηλώνεται αυτή η τάση με εξαιρετική σφοδρότητα έναντι των αγροτών και των εργατών. Εξάλλου ο Καούτσκι έχει αποδείξει ότι τα λόγια που αφορούν «την αύξηση της φτώχειας, κλπ» είναι έγκυρα όχι μόνο όταν χαρακτηρίζουν μια τάση, αλλά ακόμα και όταν δείχνουν την αύξηση της «κοινωνικής φτώχειας», δηλαδή την διεύρυνση του χάσματος μεταξύ της κατάστασης του προλεταριάτου και της ζωής της αστικής τάξης- το επίπεδο των κοινωνικών αναγκών, που αυξάνεται παράλληλα με τη γιγαντιαία αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.[…] Για αυτό τα λόγια περί «αύξησης της φτώχιας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης» πρέπει, κατά την άποψή μας, να εισαχθούν απαραίτητα στο πρόγραμμά μας: πρώτον επειδή δείχνουν με εξαιρετικά σωστό τρόπο τα βασικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, γιατί χαρακτηρίζουν επακριβώς τη διαδικασία η οποία εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας και συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες που προκαλούν το εργατικό κίνημα και το σοσιαλισμό στη Ρωσία: δεύτερον, επειδή αυτά τα λόγια εμπλουτίζουν τεράστια τα θέματα ζύμωσης, πιάνοντας μια σειρά φαινομένων που καταπιέζουν στο μέγιστο βαθμό τις εργατικές μάζες, αλλά και προκαλούν τη μέγιστη αγανάκτηση (ανεργία, χαμηλός μισθός, κακή διατροφή, πείνα, δρακόντεια πειθαρχία του κεφαλαίου, πορνεία, αριθμητική αύξηση της δουλείας, κλπ»

 Αυτά είναι λόγια που απευθύνονται σε εμάς τους κομμουνιστές του σήμερα, σε όλους τους κομμουνιστές της εποχής μας, για τη συζήτηση και την προετοιμασία του πολιτικού προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος της εργατικής τάξης το οποίο, με κοινή προσπάθεια των πρωτοπόρων εργατών της χώρας μας, πρέπει να ανασυγκροτήσουμε.

 

Αύγουστος 2008

 

Κομμουνιστική Πλατφόρμα (Ιταλία).