Ενεργή
εργατική
στρατιά και
εφεδρική
βιομηχανική
στρατιά
Η ανάλυση της εργατικής ανεργίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής διεξάγεται από το Μαρξ στον 1ο Τόμο του Κεφαλαίου, κεφ.23 «Ο γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης», παρ. 3 («Προοδευτική παραγωγή ενός σχετικού υπερπληθυσμού δηλαδή μιας εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς») και παρ.4 («Διαφορετικές μορφές ύπαρξης του σχετικού υπερπληθυσμού»).
Στις εναλλασσόμενες φάσεις του βιομηχανικού κύκλου, αποτελεί τμήμα της εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς κάθε εργάτης ο οποίος, αν και είναι- για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο- μόνο μερικώς ή και καθόλου απασχολούμενος, διατηρεί, ωστόσο, την πιθανότητα να προσληφθεί εκ νέου στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Οι άνεργοι, κατά την μαρξιστική επιστημονική ανάλυση, είναι, επομένως, ακόμα και την περίοδο της καταναγκαστικής τους απραγίας- συστατικό τμήμα της εργατικής τάξης. Μα δεν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο τους μεταχειρίζονται οι αστικές στατιστικές: Αυτές υπολογίζουν ως εργάτες μόνο τον αριθμό των τοποθετημένων στις επιχειρήσεις, δηλαδή μόνο των αριθμό των απασχολούμενων εργατών, και είναι εύκολο έτσι, για τους κοινωνιολόγους της αστικής τάξης, να ισχυρίζονται- όταν οι άνεργοι αριθμούν εκατομμύρια- ότι η εργατική τάξη συνεχίζει να ελαττώνεται.
Ο σχετικός εργατικός υπερπληθυσμός είναι μη εξαλείψιμος στον καπιταλισμό, είναι «μια προϋπόθεση για την ύπαρξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής». Όπως έχει αποδείξει, με τον πιο διαυγή τρόπο, η εμπειρία πολλών δεκαετιών, είναι απολύτως αδύνατο, μια καπιταλιστική οικονομία να φτάσει ποτέ με μόνιμο τρόπο σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Όσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος, το ενεργό κεφάλαιο που βρίσκεται σε λειτουργία, ο όγκος της αύξησής του και, επομένως, και το απόλυτο μέγεθος του προλεταριάτου και η παραγωγικότητα της εργασίας του, τόσο μεγαλύτερη είναι η εφεδρική βιομηχανική στρατιά: σήμερα, στις πιο βιομηχανοποιημένες χώρες, φτάνουμε αριθμούς ρεκόρ δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.
Στις προαναφερθείσες παραγράφους του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αναλύει με μεγάλη ακρίβεια τις διάφορες μορφές ύπαρξης του σχετικού υπερπληθυσμού: κινούμενη, λανθάνουσα και στάσιμη.
Κινούμενη: Οφείλεται στο γεγονός ότι, στα παραγωγικά κέντρα, οι εργάτες άλλοτε προσλαμβάνονται άλλοτε απολύονται, ανάλογα με την κίνηση του κεφαλαίου, και αυτό καθορίζει την ταχύτατη αλληλοδιαδοχή των εργατικών γενεών.
Λανθάνουσα: Στον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, δηλαδή στη γεωργία, ο αγροτικός πληθυσμός βρίσκεται πάντα στο σημείο να περάσει στις τάξεις του προλεταριάτου των πόλεων (δύο παραδείγματα έρχονται αμέσως κατά νου: η μαζική έξοδος από την ιταλική επαρχία, κυρίως του Νότου, κατά τις δεκαετίες του’50 και του ’60, και η γιγαντιαίων διαστάσεων μετανάστευση των κινέζων αγροτών προς τις νέες βιομηχανικές περιοχές της σύγχρονης, καπιταλιστικής Κίνας). Όπως παρατηρεί ο Μαρξ, αυτά τα φαινόμενα προϋποθέτουν την ύπαρξη, στην ύπαιθρο, ενός λανθάνοντος υπερπληθυσμού (που αποκαλύπτεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις), ο οποίος συμπιέζει το επίπεδο των μισθών των εργατών γης και τείνει, γενικά, να διατηρεί χαμηλά το εισόδημα του αγροτικού πληθυσμού.
Στάσιμη: Αποτελείται από εργάτες με μια απολύτως ακανόνιστη απασχόληση, που εκπροσωπούν ένα ανεξάντλητο απόθεμα, διαθέσιμου για το κεφάλαιο, εργατικού δυναμικού. Είναι το όλο και πιο εκτεινόμενο φαινόμενο της «μαύρης εργασίας» και της επισφαλούς εργασίας, που σήμερα παρουσιάζει μια φαινομενολογία εξαιρετικά σαφή, μέσω μορφών συμβάσεων όλο και πιο διαφορετικών και διαφοροποιούμενων, για την ανάλυση των οποίων έχει ανθίσει πια μια τεράστια «φιλολογία» εκ μέρους της «κοινωνιολογίας της εργασίας» και των συνδικάτων.
Από την πλευρά μας, ως κομμουνιστές, είναι σωστό να παρατηρούμε- όπως κάνουν πολλοί σύντροφοι- ότι η εργασία καθενός που ανήκει στην εργατική τάξη είναι όλο και πιο επισφαλής.
Αυτό είναι σωστό με την έννοια ότι, όπως ήδη υπενθυμίσαμε, δεν υπάρχει καμία σταθερή εγγύηση πλήρους απασχόλησης στην καπιταλιστική κοινωνία, κυρίως κατά την ιμπεριαλιστική και παρακμάζουσα φάση του καπιταλισμού: όπως ο Μαρξ παρατηρεί με σαρκαστικό τρόπο, το κεφάλαιο τείνει- εξαιτίας της ανάγκης του για αύξηση της αξίας του- να «απελευθερώσει εργάτες» από την παραγωγική εργασία (ακόμα κι αν αυτό εισέρχεται σε βαθύτατη αντίθεση με την αναγκαιότητα, για το κεφάλαιο, να αποσπά από την δουλειά του εργάτη την απόλυτη και σχετική υπεραξία!). Μα αν η παρατήρηση για τον επισφαλή χαρακτήρα της εργατικής απασχόλησης στον καπιταλισμό είναι αληθής, εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να διατηρείται αποφασιστικά, από επαναστατικής πλευράς, η μαρξιστική και λενινιστική διάκριση μεταξύ ενεργής εργατικής στρατιάς και εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς. Είναι μεταξύ των ανηκόντων στην ενεργή εργατική στρατιά που περιλαμβάνονται βασικά τα κομμουνιστικά πολιτικά στελέχη που είναι η ραχοκοκαλιά κάθε κομμουνιστικού κόμματος.
Το τελευταίο προϊόν του σχετικού υπερπληθυσμού αποτελείται, τέλος, από τη στρατιά των εξαθλιωμένων και ξεπεσμένων (πρόσωπα ανίκανα προς εργασία, πρόσωπα που τα ακινητοποίησε σε ορισμένους κλάδους και τα αχρήστευσε ο καταμερισμός της εργασίας, ακρωτηριασμένοι εργάτες και θύματα από τη βλαπτικότητα της βιομηχανικής εργασίας, ορφανά και παιδιά φτωχών, χρόνια ασθενών, κλπ): και στην παραδοσιακή φτώχια προστίθενται- στην σημερινή φάση της αγωνίας του ιμπεριαλισμού- οι «νεόπτωχοι» των πολύ αναπτυγμένων χωρών του καπιταλισμού και των θυμάτων της υπανάπτυξης και της κοινωνικής αποσύνθεσης σε τεράστιες ζώνες του πλανήτη (η λεγόμενη «παγκόσμια φτώχεια» για την οποία χύνουν υποκριτικά δάκρυα οι εκκλησίες και όλες οι «καλές ψυχές»).
Ο ρόλος ολόκληρης της εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς είναι να ασκεί αρνητική πίεση στο επίπεδο απασχόλησης και μισθών των απασχολούμενων εργαζόμενων.
Αναφέρουμε, επί τη ευκαιρία, μερικά αποσπάσματα του 23ου κεφ. του 1ου Τόμου του Κεφαλαίου, εξαιρετικής ευστοχίας και επικαιρότητας:
«Όσο πιο μεγάλη είναι αυτή η εφεδρική στρατιά σε σχέση με την ενεργή εργατική στρατιά, τόσο περισσότερος γίνεται ο σταθεροποιημένος υπερπληθυσμός, που η φτώχεια του βρίσκεται σε αντίστροφη σχέση με τον κόπο της δουλειάς του. […] Αυτός είναι ο απόλυτος, γενικός, νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης».
«Στο βαθμό που το κεφάλαιο συσσωρεύεται, η κατάσταση του εργάτη, όποια και να είναι η αποζημίωσή του, ψηλή ή χαμηλή, πρέπει να χειροτερεύει. Ο νόμος, εν τέλει, που σταθερά εξισώνει το σχετικό υπερπληθυσμό, δηλαδή την εφεδρική βιομηχανική στρατιά από το ένα μέρος, και όγκο και ενέργεια της συσσώρευσης, από το άλλο, αλυσοδένει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο στέρεα απ' όσο κρατούσαν οι σφήνες του Ηφαίστου τον Προμηθέα δεμένο στο βράχο του. Αυτός ο νόμος καθορίζει μια συσσώρευση εξαθλίωσης ανάλογη της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η συσσώρευση πλούτου στον έναν πόλο είναι, επομένως, συσσώρευση εξαθλίωσης, κόπου εργασίας, σκλαβιάς, αμάθειας, βαρβαρότητας και ηθικής κατάπτωσης στον αντίθετο πόλο, δηλαδή στην τάξη εκείνη που παράγει το προϊόν της ως κεφάλαιο».
Αυτός ο βάρβαρος ανταγωνιστικός χαρακτήρας της καπιταλιστικής συσσώρευσης και η κοινωνική πόλωση που προκύπτει, βρίσκουν, στην καθημερινή πραγματικότητα του «παγκοσμιοποιημένου» καπιταλισμού, μια εντυπωσιακή επαλήθευση σε πλανητική κλίμακα.
Κλείνουμε με αυτή την αναφορά στην εφεδρική βιομηχανική στρατιά, την «Προεισαγωγή για μια μαρξιστική ανάλυση των κοινωνικών τάξεων» που αφιερώσαμε στο ρόλο του προλεταριάτου. Ακριβώς για την κατάσταση της τάξης από την εργασία της οποίας το κεφάλαιο αποσπά όλη την υπεραξία επί της οποίας οικοδομεί ολόκληρο τον καπιταλιστικό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό, το προλεταριάτο είναι η μόνη σε βάθος επαναστατική τάξη, η μόνη τάξη που, υπό την καθοδήγηση του πολιτικού της κόμματος, του Κομμουνιστικού κόμματος, και με τη βοήθεια των άλλων ταξικών συμμάχων της, έχει την ικανότητα και τη δύναμη να συντρίψει τον καπιταλισμό και να οικοδομήσει την κομμουνιστική κοινωνία.
«Μόνο μια συγκεκριμένη τάξη» έλεγε ο Λένιν στη Μεγάλη Πρωτοβουλία (1919), «και συγκεκριμένα οι εργάτες των πόλεων, και γενικά, οι εργάτες των εργοστασίων και των γραφείων, οι βιομηχανικοί εργάτες, είναι σε θέση να καθοδηγήσουν ολόκληρη τη μάζα των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων στην πάλη για τη συντριβή του ζυγού του κεφαλαίου, να τους καθοδηγήσουν στον ίδιο δρόμο της συντριβής του, στον αγώνα για τη διατήρηση και την ισχυροποίηση της νίκης, στη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, σε όλο τον αγώνα για την πλήρη εξάλειψη των τάξεων».
Teoria & Prassi, τ. 16, Σεπτέμβρης 2006