Οικονομισμός,
Αυθορμητισμός,
Εργατισμός &
Σοσιαλιστική
Συνείδηση
Ένα από τα
μεγαλύτερα
μειονεκτήματα
του ιταλικού
κομμουνιστικού
κινήματος είναι
η τάση να
συζητά και να ασχολείται
μόνο με τις
άμεσες
αναγκαιότητες
του εργατικού
κινήματος,
παραλείποντας
εντελώς τα
πολιτικο-οργανωτικά
καθήκοντα και
την απαραίτητη
ιδεολογική
αποσαφήνιση.
Αυτή η
τάση είναι ένα
ξεκάθαρο
σύμπτωμα της
επικράτησης οικονομιστικών
και
αυθορμητιστικών
ιδεών και
πρακτικών, που
ερμηνεύουν με
εσφαλμένο τρόπο
τη σχέση
μεταξύ
εργατικής τάξης
και
σοσιαλιστικής
συνείδησης.
Καλοδεχούμενες,
λοιπόν, οι
συμβολές και
οι συζητήσεις
που μπορούν να
ρίξουν φως σε
αυτά που
καθορίζουν την
επαναστατική
συνειδητοποίηση,
καλοδεχούμενοι
οι σοβαροί
στοχασμοί στο
σχετιζόμενο ζήτημα
του κόμματος,
κυρίως όταν αυτοί
εκτίθενται από
προλετάριους
συντρόφους.
Ένα
τέτοιο
παράδειγμα είναι
το ενδιαφέρον
άρθρο «Εργάτες,
τάξεις, κόμμα
και δικτατορία
του
προλεταριάτου»,
το Μ. Μichelino (που
δημοσιεύτηκε
στη “Nuova Unità”, ν.1/2007). Δίχως
να σταθούμε
στο ιστορικό
σκέλος του
άρθρου,
προχωρούμε στο
«ζουμί» αυτής
της συμβολής,
το οποίο
περιέχεται
στις ακόλουθες
γραμμές:
«Αν στο
παρελθόν, στην
αυγή του
καπιταλισμού,
ήταν οι
διανοούμενοι
τα πιο πρωτοπόρα
πολιτικά και
κοινωνικά
στοιχεία και
ήταν επομένως
αναπόφευκτο
αυτοί να γίνουν
οι οργανωτές
της εργατικής
τάξης, σήμερα-
στην εποχή του
ιμπεριαλισμού-
αυτό πλέον δεν
ισχύει. Δεν
ισχυριζόμαστε
κάτι τέτοιο επειδή
είμαστε
«εργατιστές»,
αλλά επειδή
αυτό
ανταποκρίνεται
στην ανάπτυξη
του
καπιταλιστικού
συστήματος, στον
ιμπεριαλισμό,
δηλαδή στη
σύγχρονη
πραγματικότητα
και στις αλλαγμένες
συνθήκες της
σύγκρουσης των
τάξεων.
Σήμερα,
κατ’ εμάς, είναι
εφικτό και
αναγκαίο οι
οργανωτές της
εργατικής
τάξης να είναι
οι ίδιοι οι εργάτες,
οι
προλετάριοι,
οι
κομμουνιστές
εργαζόμενοι, η
ανασυγκρότηση
του
Κομμουνιστικού
Κόμματος δεν
μπορεί να
ανατίθεται σε
κάποιον
επαναστάτη
«διανοούμενο»
όπως ίσχυε
στην αρχή της
ιστορίας του
εργατικού
κινήματος. Δεν
μπορούμε να
αφήσουμε στην
άκρη τις
υπαρκτές
σχέσεις μεταξύ
της
πρωτοπορίας
και της τάξης
της.
Κατά την
πάλη των
τάξεων μεταξύ
εργατών και
αστών, διαμορφώνονται
συνεχώς
οργανικοί
διανοούμενοι
στη μια ή την
άλλη τάξη. Η
εργατική τάξη
είναι σε θέση
να διαμορφώσει
από μόνη της
τους δικούς
της διανοούμενους…»
Αυτή η
τοποθέτηση
δίπλα από
σωστές σκέψεις
περιέχει
επιχειρήματα
που, κατ’ εμάς,
πρέπει να
εμβαθύνουμε
και να
διορθώσουμε,
προκειμένου να
μην υποπέσουμε
σε επικίνδυνα
σφάλματα.
Πρώτα απ’
όλα, πρέπει να
διευκρινίσουμε
πως δεν είναι
αλήθεια ότι
μόνο στη
σημερινή εποχή
οι εργάτες
μπορούν να
γίνουν οι
οργανωτές και-
να προσθέσουμε
εμείς- οι
ιδεολόγοι της
τάξης τους. Ήδη
στην
προ-ιμπεριαλιστική
εποχή μεταξύ των
οργανωτών και
των πολιτικών
ηγετών της
εργατικής
τάξης υπήρχαν
εργάτες που
ήταν σε θέση να
παράξουν μια
έγκυρη
επαναστατική
θεωρητική
σκέψη. Π.χ. οι
Προυντόν, Weitling, Dietzgen, Μπέμπελ,
ήταν εργάτες
και
συμμετείχαν
κανονικά στη
μελέτη και στη
διαμόρφωση
φιλοσοφικών,
οικονομικών,
ιστορικών και
πολιτικών
θεωριών,
αν και όχι πάντα
στο πλαίσιο
του
διαλεκτικού
υλισμού και με συγχύσεις.
Παρ’ όλ’
αυτά, συμμετείχαν
με έντονο και
ωφέλιμο τρόπο
σε σχέση με τα
σημερινά
πρωτοπόρα
στοιχεία του προλεταριάτου
(ένα από τα
μειονεκτήματα
του σύγχρονου
κομμουνιστικού
κινήματος
είναι πράγματι
η έλλειψη
εργατικών
στοιχείων
πλήρως
συνειδητοποιημένων
και εργατών
επαναστατών ηγετών
που είναι σε
θέση να
αναπτύξουν το
μαρξισμό-λενινισμό).
Μα δεν είναι
αυτό το πιο
σημαντικό στοιχείο.
Το κύριο
στοιχείο που
πρέπει να
κατανοηθεί
είναι ότι η
συνεισφορά
τους και η
ανάπτυξη της
επαναστατικής
θεωρίας και
της ηγετικής
τους
δραστηριότητας
δεν έγκειτο
στο ότι ήταν εξ
επαγγέλματος
εργάτες ή
μαχόμενοι
εργάτες, αλλά
ότι ήταν
κομμουνιστές
εργάτες,
δηλαδή
πολιτικοί και
θεωρητικοί του
σοσιαλισμού.
Είναι
πράγματι σε
τέτοιο επίπεδο
που ανυψώνονταν,
στη βάση μιας
εμβριθούς και
επιστημονικής
μελέτης, στη
βάση της πάνω
κάτω πλήρους
απόκτησης των
επιστημονικών
γνώσεων της
εποχής τους,
των νόμων της οικονομικής
και ιστορικής
ανάπτυξης, της
σχέσης τους με
τους κήρυκες
του
διαλεκτικού
υλισμού.
Αυτή η
«ανύψωση», που
χτες συνέβαινε
για μεμονωμένα
ταξικά στοιχεία,
είναι εφικτό
σήμερα να
επαληθευτεί
για ομάδες
εργατών;
Σίγουρα ναι!
Αυτό που δεν
δεχόμαστε είναι
ότι αυτό
μπορεί να
συμβεί με
τρόπο
αυθόρμητο, δίχως
ένα κατάλληλο
σύστημα
ιδεολογικής
προετοιμασίας,
που να ξεκινά
να
πραγματοποιείται
μαζικά με ένα
υποκείμενο που
έχει
πραγματική
θεωρητικο-πολιτική
ανεξαρτησία
και ένα
μίνιμουμ
σταθερής
οργανωτικής
δομής, και
πραγματοποιείται
παράλληλα με
το κόμμα.
Δεύτερον,
δεν είναι
αλήθεια ότι η
εργατική τάξη- όσο
παραμένει
εργατική
δύναμη,
εμπόρευμα στην
καπιταλιστική
αγορά-
καταφέρνει να
διαμορφώσει
από μόνη της, με
τις δικές της
μόνο δυνάμεις
και μέσα, τους
δικούς της
επαναστάτες
διανοούμενους
ηγέτες. Ο
επιστημονικός
σοσιαλισμός
δεν
αναπτύσσεται
«από μόνος του»
στα κεφάλια
των εργατών
για
τουλάχιστον
δύο λόγους:
Α)Γιατί
δεν έχουν
ευνοϊκές
υλικές
συνθήκες για
να το πράξουν
(χρόνο και μέσα).
Δεν το είχαν
τότε όπως και
δεν το έχουν
ούτε σήμερα. Θα
μπορούσε
κάποιος να ισχυριστεί
ότι ο
σύγχρονος
εργάτης είναι
πιο καλλιεργημένος,
πιο
μορφωμένος,
έχει
μεγαλύτερες
τεχνικο-επιστημονικές
γνώσεις,
χρησιμοποιεί
πιο περίπλοκα
όργανα
παραγωγής κλπ.
Αλλά αυτό δεν
αλλάζει την
ουσία των
πραγμάτων. Η
κατάρτισή
τους, στην πραγματικότητα,
λαμβάνει χώρα
σε ένα
περιβάλλον σε μεγάλο
βαθμό
«δηλητηριασμένο».
Πράγματι, η
αστική τάξη,
όντας στην εξουσία,
διαθέτει μέσα
ακόμα πιο
ισχυρά, σε
σχέση με το
παρελθόν, για
την ανάπτυξη
και την
προπαγάνδιση
της ιδεολογίας
της
ιδιοκτησίας,
για τη διάδοσή
της μέσω του
σχολικού
συστήματος,
των μέσων ενημέρωσης,
των
φιλο-καπιταλιστικών
κομμάτων, των δοσίλογων
συνδικαλιστικών
θεσμών, την
εκκλησία, την
εργατική
αριστοκρατία
και όλο το
μηχανισμό
πειθούς που ο
ιμπεριαλισμός
έχει αναπτύξει
με τρόπο
ασύγκριτα πιο
εξελιγμένο από
ό,τι στο
παρελθόν. Δεν
είναι δυνατό
ούτε να
αποκρυφτεί το
γεγονός ότι η
τεράστια
ικανότητα αφομοίωσης
που έχουν οι
μηχανισμοί της
αστικής κοινωνίας
και του
αστικού
κράτους
ευνοείται από
την ύπαρξη
μιας πολύ
σημαντικής
ρεφορμιστικής
επίδρασης στην
εργατική τάξη,
που βασίζεται
στον οικονομισμό.
Β) γιατί η
πάλη των
τάξεων για την
οποία κάνει
λόγο ο
σύντροφος Michelino είναι η
σύγκρουση με
τον
καπιταλιστή
επιχειρηματία,
όπου
διαιωνίζεται η
εκμετάλλευση,
και μάλιστα είναι
μια μορφή
πολιτικής που
δεν
αντιπροσωπεύει
παρά την
«αστική
πολιτική της
εργατικής
τάξης». Μπορεί
σε μικρό βαθμό
να είναι η
πολιτική πάλη,
μα σε κάθε
περίπτωση δεν
είναι ένας
αγώνας όπου
τίθεται
συνειδητά ο
σκοπός της
κατάκτησης της
εξουσίας για
το χτύπημα
στην
καπιταλιστική
αστική τάξη
και της
οικοδόμησης
της
δικτατορίας του
προλεταριάτου.
Αυτές οι
«λεπτομέρειες»
ανταποκρίνονται
πλήρως στην
ανάπτυξη του
καπιταλιστικού
συστήματος, στον
ιμπεριαλισμό,
και δεν
μπορούν να
παραμεληθούν,
γιατί τότε
προκύπτει μια
ιδεαλιστική
αντίληψη για
τη διαδικασία
διαμόρφωσης
της
επαναστατικής
συνείδησης.
Στην
πραγματικότητα
οι εργάτες,
μέσω της
εμπειρίας τους
από τους
αγώνες, με τις
δικές τους
μόνο δυνάμεις
και ικανότητες
μπορούν να
αντιληφθούν
καλά τον
ανταγωνισμό
που τους
φέρνει σε
αντιπαράθεση με
τα αφεντικά:
μπορούν να
αποκτήσουν
αυτά τα στοιχεία
πολιτικής
συνείδησης που
τους
αναδεικνύουν
την αναγκαιότητα
της απαλλαγής
από τα
αφεντικά και
τους φέρνουν
σε θέση πιο
πρωτοπόρα
μεταξύ όλων
των εργαζομένων:
μπορούν να
τείνουν
ενστικτωδώς
στο σοσιαλισμό.
Αλλά δεν
μπορούν να
βάλουν στο
κεφάλι τους
την επιστήμη,
δεν μπορούν με
τρόπο
αυθόρμητο να
αναπτύξουν
σοσιαλιστική
συνείδηση,
δηλαδή τη
συνείδηση που
συνεπάγεται
την κατανόηση
των ζωτικών
συμφερόντων της
τάξης των
μισθωτών, του
ανταγωνισμού
με όλο το αστικό
κοινωνικό και
πολιτικό
καθεστώς, των
ιστορικών και
στρατηγικών
καθηκόντων που
το προλεταριάτο
πρέπει να επιλύσει.
Η
ιστορική
εμπειρία της
πάλης των
τάξεων για το προλεταριάτο
δείχνει πως η
άμεση σκέψη
του εργάτη για
τις αντιθέσεις
της καπιταλιστικής
κοινωνίας διαμορφώνεται
σχετικά
αυτόνομα,
παραμένει εντός
των ορίων και
των παραμέτρων
της αστικής
κοσμοαντίληψης
και των
καπιταλιστικών
κοινωνικών
σχέσεων. Τέτοια
είναι για
παράδειγμα η
συνδικαλιστική
συνείδηση,
δηλαδή η
αναγκαιότητα
της ένωσης σε
συνδικάτα, της
διεξαγωγής
αγώνων ενάντια
στους κεφαλαιοκράτες,
της επιδίωξης
θέσπισης
συγκεκριμένων νόμων
κλπ.
Τέτοια μερική,
περιορισμένη
συνείδηση δεν
είναι η
πραγματική
ανεξάρτητη
συνείδηση των
ταξικών συμφερόντων
του
προλεταριάτου.
Η πραγματική
συνείδηση,
δηλαδή ο
επιστημονικός
σοσιαλισμός,
δεν είναι το
άμεσο
αποτέλεσμα της
προλεταριακής
ταξικής πάλης,
δεν προκύπτει
με τρόπο
αυθόρμητο από
την άμεση
εμπειρία της
σχέσης του
εργάτη με το
αφεντικό του
αλλά ούτε και από
την σχετική ή
απόλυτη
εξαθλίωση του
προλεταριάτου
και της
όξυνσης των
αντιθέσεων του
ιμπεριαλισμού.
Η αντανάκλαση
του κοινωνικού
είναι στη συνείδηση
δεν είναι
καθόλου άμεση,
δεν είναι μια
φωτοτυπία,
γιατί υπάρχουν
ιστορικές
συνθήκες που
την περιορίζουν,
παραμορφώσεις,
καθυστερήσεις,
αντιθέσεις.
Για
παράδειγμα,
ένας εργάτης
μπορεί να έχει
ιδεολογικές
πεποιθήσεις
τυπικές μιας
αστικής φιλοσοφίας
(φιλοδοξεί να γίνει
πλούσιος, να
έχει έναν
αστικό στυλ
ζωής, να μετατραπεί
σε
Μπερλουσκόνι
κλπ) και,
ταυτόχρονα, μπορεί
να είναι ένας
εργάτης
μαχητής στην
πρώτη γραμμή,
πάντα
επικεφαλής
στις μάχες
ενάντια στον
καπιταλισμό.
Μπορεί να
γίνει λόγος
όμως και για το
αντίθετο,
δηλαδή για ένα
άτομο που
δηλώνει ότι
έχει κομμουνιστικά
ιδανικά και,
από την άλλη,
δεν έχει μια
αντίστοιχη
κοινωνική
πρακτική.
Αυτές οι
περιπτώσεις
είναι
χαρακτηριστικές
κοσμοαντιλήψεων
που είναι ένα
σύνολο, ένα
μείγμα,
διαφόρων
αντιτιθέμενων
πτυχών.
Τότε με
ποιο τρόπο
μπορεί να
επέλθει η
σοσιαλιστική συνείδηση
στην εργατική
τάξη;
Όπως
είναι γνωστό,
για το Λένιν
τέτοια
συνείδηση «μπορεί
να έλθει στον
εργάτη μόνο απ’
έξω, δηλαδή έξω
από τον
οικονομικό
αγώνα, έξω από
τη σφαίρα των σχέσεων
μεταξύ εργατών
και αφεντικών.
Το πεδίο όπου
μονάχα είναι
εφικτό να επιτευχθεί
τέτοια
συνείδηση
είναι το πεδίο
των σχέσεων
μεταξύ όλων
των τάξεων και
όλων των
στρωμάτων του
πληθυσμού με
το Κράτος και
με την
κυβέρνηση, το
πεδίο των
αμοιβαίων
σχέσεων όλων
των τάξεων» (Λένιν,
Τι Να Κάνουμε).
Με άλλα
λόγια: πρέπει
να έλθει εκτός
των ορίων του αγώνα
για τα άμεσα
συμφέροντα,
δηλαδή εντός
της κριτικής
κατανόησης
ολόκληρης της
καπιταλιστικής
κοινωνίας και
των πολλαπλών
της
αντιθέσεων. Μια
κατανόηση στην
οποία μπορεί
κανείς να
φτάσει μόνο
μέσω της
απόκτησης και
της πρακτικής
εφαρμογής της
επαναστατικής
θεωρίας.
Ας δούμε
επίσης τι
έγραφε ο Α.
Γκράμσι την Unità
της 5ης Ιούλη 1925
σχετικά με τον
τρόπο που η
εργατική τάξη
καταφέρνει να
αποκτήσει τη συνείδηση
ότι είναι η
μόνη τάξη που
είναι ικανή να
επιλύσει τα
προβλήματα που
ο καπιταλισμός
δημιουργεί:
«Ο
μαρξισμός
ισχυρίζεται
και
καταδεικνύει
ενάντια στο
συνδικαλισμό
ότι αυτό δεν
συμβαίνει με
τρόπο
αυθόρμητο, μα
μόνο επειδή οι
εκπρόσωποι της
επιστήμης και
της τεχνικής,
όντας σε θέση
να πράξουν
κάτι τέτοιο
λόγω της συγκεκριμένης
ταξικής τους
θέσης (οι
διανοούμενοι
είναι μια τάξη
που υπηρετεί
την αστική
τάξη, και δεν
είναι ένα
πράγμα με την
αστική τάξη),
στη βάση της
αστικής
επιστήμης
δημιουργούν
την προλεταριακή
επιστήμη, από
τη μελέτη της
τεχνικής που
αναπτύχθηκε επί
του
καπιταλιστικού
καθεστώτος
είναι που φτάνουν
στο συμπέρασμα
ότι μια
περαιτέρω
ανάπτυξη είναι
αδύνατη αν το
προλεταριάτο
δεν πάρει την
εξουσία, δεν
καταστεί
κυρίαρχη τάξη,
εντυπώνοντας
σε όλη την
κοινωνία τα
δικά του
συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά.
Οι
διανοούμενοι
είναι
απαραίτητοι,
λοιπόν, για την
οικοδόμηση του
σοσιαλισμού:
ήταν
απαραίτητοι, ως
εκπρόσωποι της
επιστήμης και
της τεχνικής,
για να δώσουν
στο
προλεταριάτο
τη συνείδηση
της ιστορικής
του αποστολής. Όμως
αυτό ήταν ένα
φαινόμενο
ατομικό, όχι
ολόκληρης της
τάξης: ως τάξη,
μόνο το
προλεταριάτο
καθίσταται
επαναστατικό
και
σοσιαλιστικό
πριν από την κατάκτηση
της εξουσίας
και παλεύει
ενάντια στον καπιταλισμό».
Αυτό το
καθήκον, που
στην αρχή
είχαν αναλάβει
κάμποσοι
διανοούμενοι
και
μεμονωμένοι
εργάτες που
είχαν
επιστημονικές
ικανότητες, το
ανέλαβαν,
κατόπιν,
κομμουνιστικά
κόμματα ικανά
να αμφισβητήσουν
την ιδεολογική
ηγεμονία της
κυρίαρχης τάξης.
Χάρη στα
λενινιστικά
κόμματα το
πρωτοπόρο τμήμα
της εργατικής
τάξης μπόρεσε
να γίνει
πλήρως
κομμουνιστικό.
Πίσω από το
κόμμα, μέσω
συζητήσεων,
ατομικής και
συλλογικής
μελέτης, των
κομματικών
σχολών, αυτό το τμήμα
αναπτυσσόταν
συνεχώς και
έγιναν τα
άτομα αυτά
πολιτικοί
ηγέτες και
οργανικοί
διανοούμενοι
της τάξης τους.
Τώρα, το
να υποστηρίζει
κανείς ότι
στις σημερινές
συνθήκες,
δηλαδή δίχως
την ύπαρξη
ενός πραγματικού
κομμουνιστικού
κόμματος, οι
εργάτες
μπορούν να
φτάσουν στη
σοσιαλιστική
συνείδηση,
μπορούν να γίνουν
ταξικοί ηγέτες
και οργανωτές,
σημαίνει, στην
πράξη,
υποτίμηση της
επαναστατικής
συνείδησης και
υποταγή του
κινήματος στο
αυθόρμητο,
δίχως από την άλλη
να μπορεί να
γίνει ένα βήμα
εμπρός για το
κόμμα (αν λέει
ότι το θέλει).
Πράγματι,
οι εργάτες δεν
μπορούν να
επιλύσουν από
μόνοι τους το
ζήτημα του
κόμματος, που
είναι το
υποκείμενο που
φέρει την
επιστημονική
κοσμοαντίληψη,
η
θεωρητικό-πρακτική
κορυφή του
προλεταριάτου,
που είναι
εξοπλισμένη με
μια
επαναστατική
ιδεολογία που
δεν προκύπτει με
τρόπο φυσικό
από την
ανάπτυξη των
ταξικών μαχών, αλλά
από όλη την ανάπτυξη
της κοινωνίας,
των επιστημών,
των φιλοσοφικών
θεωριών, κλπ.
Αυτό
σημαίνει ότι
οι εργάτες
χωρίς τη
στήριξη των
πραγματικών
κομμουνιστών
που κατέχουν
τις αρχές του
μαρξισμού-
λενινισμού και
τις
εφαρμόζουν, χωρίς
την
επαναστατική
συνείδηση που
δίνεται έξωθεν
του αυθόρμητού
τους
κινήματος, δεν
μπορούν να
πάνε συνειδητά
προς το
σοσιαλισμό και
ούτε να
επιλύσουν το
ζήτημα του
κόμματος.
Εξίσου αλήθεια
είναι ότι
αυτοί
«αυθόρμητα» δεν
πάνε πέραν των
συνδικαλιστικών
αντιλήψεων
(που για το
Γκράμσι είναι
μια πτυχή
οικονομικού
φιλελευθερισμού
που
δικαιολογείται
με πολλές
αναφορές στον
ιστορικό
υλισμό) και
προσχωρούν στα
αστικά και
ρεφορμιστικά
κόμματα, ή
παραμένουν
υποταγμένοι
στην πολιτική
τους.
Σημαίνει,
επίσης, ότι η
οικοδόμηση του
κόμματος είναι
ένα καθήκον
που ανήκει
πρώτα από
όλους στους
επαναστάτες
που καταφέρνουν να
κατανοήσουν
και να
εκφράσουν σε
θεωρητικό
επίπεδο ό,τι οι
εργάτες
καταφέρνουν να
«νιώσουν» σε
πρακτικό
επίπεδο ή να
ανακαλύψουν σε
μεμονωμένα
προβλήματα,
προκαλώντας
στην
εκμεταλλευόμενη
τάξη τη
συνειδητοποίηση
των συνθηκών
και της φύσης
της ίδιας της
της δράσης. Μια
ιδέα, δηλαδή,
που είχε εκφραστεί
ήδη στο
«Μανιφέστο του
Κομμουνιστικού
Κόμματος», όπου
αναφέρεται ότι
οι
κομμουνιστές
έχουν «το
πλεονέκτημα να
γνωρίζουν τις
συνθήκες, την
πορεία και τα
γενικά
αποτελέσματα
του
προλεταριακού
κινήματος», και
για την οποία
ιδέα είχε
κάνει πολλές
φορές λόγο ο
Λένιν, σύμφωνα
με τον οποίο, το
κομμουνιστικό
κόμμα «είναι ο
συνειδητοποιημένος
εκφραστής του
μη
συνειδητοποιημένου
κινήματος».
Σημαίνει,
τέλος, ότι το
κόμμα της
εργατικής
τάξης- που δεν
είναι μια διαταξική
«σύνθεση» ή ένα
εξωτερικό του
«όργανο», αλλά η
πολιτική
οργάνωση του
προλεταριάτου,
συνδεδεμένη με
την τύχη αυτής
της τάξης και
αποτελούμενη κυρίως
από αυτή- δεν
εκφράζεται
μηχανικά από
αυτή, δεν συντίθεται
«από τα κάτω», ή
διαμέσου της
επέκτασης των
συνδικαλιστικών
αγώνων ή άλλων
αγώνων που
διεξάγονται σε
άλλους τομείς.
Αν έτσι
είχαν τα
πράγματα, θα
είχαμε σίγουρα
εργατικά
κόμματα, από
άποψη σύνθεσης
(πχ η Λέγκα του
Βορρά περιέχει
ένα υψηλό
ποσοστό μελών
που είναι
εργάτες), αλλά
όχι από άποψη
ιδεολογίας,
προγράμματος
που
υποστηρίζουν,
από άποψη της
πολιτικής τους
και της
στρατηγικής
τους.
Το
κομμουνιστικό
κόμμα του
προλεταριάτου
συγκροτείται
εντός μιας
ιστορικής
διαδικασίας, ανάλογα
με το ύψος της
επαναστατικής
θεωρίας, το
ύψος της
πολιτικής
παρέμβασης των
πιο πρωτοπόρων
στοιχείων που
έχουν
κατανοήσει την
ιστορική αποστολή
του
προλεταριάτου
και έχουν
δεθεί με αυτό
αδιάλυτα,
σχηματίζοντας
τον πρώτο
πυρήνα κομμουνιστών
(το ιδανικό θα
ήταν να
αποτελούταν
από εργάτες,
αλλά η ιστορία
έχει δείξει
πως συχνά δεν
είναι πάντα
έτσι) και
κατακτώντας
τους πρωτοπόρους
προλετάριους
μέσω μιας
φάσης
προπαγάνδισης,
ζύμωσης και
οργάνωσης.
Ας
προχωρήσουμε.
Στο ίδιο άρθρο,
ο σύντροφος Michelino υποστηρίζει
ότι «μόνο μέσω του
αγώνα, της
επαναστατικής
πολιτικής
δράσης
αποκτάται η οικονομική/
θεωρητική/
πολιτική
ανεξαρτησία».
Αυτός ο
ισχυρισμός
αληθεύει κατά
το ήμισυ, αλλά κατά
το άλλο μισό
δεν έχει
μεγάλη αξία.
Είναι μια
μισή αλήθεια,
γιατί ούτε η
γενική κοινωνική
πρακτική, ούτε
η συγκεκριμένη
πρακτική που άμεσα
μπορούν να
ασκήσουν οι
εργάτες για τις
συνθήκες
ύπαρξής τους,
ούτε ο αγώνας
ενάντια στο
αφεντικό για
έναν καλύτερο
μισθό, ούτε ο
αγώνας για
μεταρρυθμίσεις,
δεν μπορούν να
εμπνεύσουν μια
επαναστατική
συνείδηση και
μια επιστημονική
κοσμοαντίληψη,
ούτε καν μια
πλήρη θεωρητική-πολιτική
ανεξαρτησία (η
οικονομική αποκτάται
με το
σοσιαλισμό).
Δεν έχει
μεγάλη αξία
γιατί, αν
υπάρχει
επαναστατική
πολιτική
δράση, αυτό
σημαίνει ότι
ήδη έχει αποκτηθεί
θεωρητική-πολιτική
αυτονομία από
την αστική
τάξη. Το
αντίθετο είναι
που ισχύει: αν
υπάρχει
θεωρητική-
πολιτική
ανεξαρτησία
τότε μπορεί να
αναπτυχθεί
επαναστατική
πολιτική δράση.
Για να
φτάσουμε σε
αυτή την
ανεξαρτησία
χρειάζεται να
βασιζόμαστε
στην
προλεταριακή
κοσμοαντίληψη
που είναι μια
αυτόνομη κορυφή
απρόσιτη στην
αστική τάξη:
χρειάζεται να
εισάγουμε σε
όλες τις
εμπειρίες
αγώνων την
επαναστατική
θεωρητική
κριτική, την
πραγματική
ταξική συνείδηση,
που όπως
είδαμε δεν
προκύπτει, δεν
αναφύεται
αυθόρμητα στην
εργατική τάξη,
όντας η συνέπεια
της
οργανωμένης
και συνειδητής
εργασίας του
επαναστατικού
κόμματος του
προλεταριάτου,
που φέρει το «βάκιλο»
της
προλεταριακής
επανάστασης
στις
εκμεταλλευόμενες
και
καταπιεσμένες
μάζες.
Μόνο χάρη
σε αυτή τη
«μετάδοση»
μπορούν να
βοηθηθούν οι
εκμεταλλευόμενοι
να κατανοήσουν
την ταυτότητα
των συμφερόντων
τους, να
αναπτύξουν τη
συνείδηση ότι
αυτοί
αποτελούν μια
μόνο τάξη,
διαφορετική
από όλες τις
άλλες, η οποία
κατέχει μια
συγκεκριμένη
θέση στην
κοινωνία, και
επομένως να
γεννηθεί ένας
νέος κα
ανώτερος τύπος
συνείδησης.
Μόνο η
επαναστατική
θεωρία μπορεί
να διαρρήξει
τον κλειστό
κύκλο της
αναπαραγωγής
της
ιδεολογικής
σκέψης με την
οποία η αστική
τάξη
νομιμοποιεί
και διαιωνίζει
την ταξική της
κυριαρχία.
Από την
άλλη, η θεωρία
που
αναπτύχθηκε
από τους επαναστάτες
ηγέτες του
προλεταριάτου
(οι Μαρξ,
Ένγκελς, Λένιν,
Στάλιν,
Γκράμσι, δεν
ανήκαν
κοινωνικά στο
προλεταριάτο,
αλλά είχαν
αναγνωρίζει
την επαναστατική
του λειτουργία
και είχαν
καταστεί
κομμουνιστές
αγωνιστές και
οργανικοί
διανοούμενοι
της εργατικής
τάξης) δεν
αποκτά όλη της
τη σημασία, δεν
μετατρέπεται σε
υλική δύναμη
παρά όταν
εξαπλωθεί στην
εργατική τάξη,
όταν τα
πρωτοπόρα
στοιχεία της
εργατικής τάξης
την
αποκτήσουν.
Εν
κατακλείδι. Το
ουσιαστικό
ζήτημα που
πρέπει να
αναδειχθεί στη
συζήτηση που
προκάλεσε το
συγκεκριμένο
άρθρο, όπως και
στους αγώνες
που διεξάγουμε
και σε αυτούς
που θα
αναπτυχθούν,
είναι το
ζήτημα του
ρόλου και της
ηγεσίας της
εργατικής
τάξης,
πρωτοπορίας του
επαναστατικού
προτσές και
βασικού δρώντα
του
επαναστατικού
προτσές.
Αυτή η
διαδικασία
είναι μια
διαδικασία
ιδεολογική,
πολιτική και οργανική
συνάμα, που
απαιτεί μια
ακατάπαυστη
καθημερινή
εργασία επαναστατικής
διαμόρφωσης
και
αφομοίωσης. Η
οικοδόμηση
ενός μαζικού
επαναστατικού
κινήματος έχει
ως απαραίτητη
προϋπόθεση τον
αγώνα ενάντια
στην αστική
και
ρεβιζιονιστική
ιδεολογία που
υπάρχει εντός
του εργατικού
και λαϊκού
κινήματος και
εκφράζεται με
διάφορους
τρόπους.
Συγκεκριμένα,
πρέπει να
καταπολεμηθεί
η θεωρία και η
πρακτική
υποταγής στο
αυθόρμητο που
είναι η θεωρία
και η πρακτική
της υποτίμησης
του συνειδητού
στοιχείου του
κινήματος, η θεωρία
και η πρακτική
της άρνησης
της
καθοδηγητικής
δράσης της
πρωτοπορίας
της εργατικής
τάξης, του
κόμματος.
Αυτές
συνιστούν τη
λογική βάση
επί της οποίας
αναπτύσσονται
οπορτουνιστικά
ρεύματα και
για αυτό πρέπει
να
αντιπαλευτούν
με τη
μεγαλύτερη
αποφασιστικότητα,
χωρίς να
αφήσουμε
«γκρίζες ζώνες».
Ο αγώνας
ενάντια στις
αυθορμητίστικες
παρεκκλίσεις,
οικονομίστικες,
κινηματίστικες
και
εργατιστικές
παρεκκλίσεις
δεν σημαίνει
ωστόσο, όπως
θεωρούν οι
δογματιστές και
οι
σεχταριστές,
ότι οι
κομμουνιστές
πρέπει να απαξιώνουν
τους αγώνες
που προκύπτουν
με αυθόρμητο
τρόπο και να
τίθενται εκτός
αυτών. Αυτά τα
κινήματα που
προέρχονται
από την
καπιταλιστική
εκμετάλλευση
και καταπίεση,
προβλέπονται
δεν προβλέπονται,
ανταποκρίνονται
σε απαιτήσεις
που προκύπτουν
σε
συγκεκριμένες
στιγμές, ακόμα
κι αν είναι
χωρίς σαφείς
μορφές και
περιεχόμενα. Η
παρέμβαση του συνειδητού
στοιχείου
εντός αυτών
των κινημάτων, ζωτικής
σημασίας για
τη δράση των
κομμουνιστών,
πρέπει να
στοχεύει στην
υποστήριξη
αυτών των
αυθόρμητων
αγώνων, στην
πολιτική τους
εκπαίδευση και
την άνοδο του
επιπέδου τους.
Ακόμα και σε
αυτό το πεδίο
πρέπει να
γίνουν σημαντικά
βήματα εμπρός.
Και είναι τόσο
πολύ αναγκαία
σε μια στιγμή
όπως τη
σημερινή, όπου
παράλληλα με
τη χρεοκοπία
της αστικής
αριστεράς,
πρέπει να
βοηθήσουμε
στην επάνοδο
του επαναστατικού
κύματος του
προλεταριακού
αγώνα, ο οποίος
«αυξάνει, με
τρόπο
ασύγκριτα πιο
γρήγορο, την αναγκαιότητα
συνείδησης στη
θεωρητική,
πολιτική και
οργανωτική
δραστηριότητα»(Λένιν).
Teoria & Prassi, ν. 18,
Νοέμβρης 2007