Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός: Θεμελιώδης Οργανωτική Αρχή ενός Κομμουνιστικού Κόμματος

 

«Στον αγώνα για την εξουσία, το προλεταριάτο δεν έχει άλλο όπλο παρά την οργάνωση» (Λένιν)

 

Σε ένα κομμουνιστικό κόμμα, σε ένα κόμμα μπολσεβικικού τύπου, η εσωτερική ζωή κάθε πυρήνα, κάθε μεσαίου οργάνου, αλλά και των δύο κεντρικών οργάνων (Κεντρική Επιτροπή και πανεθνικό Συνέδριο), και όλες οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των οργάνων, καθορίζονται από το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Από την εποχή των Καταστατικών της Λίγκας των Κομμουνιστών, που υιοθετήθηκαν το 1847 από το 2ο Συνέδριο της Λίγκας, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είχε τεθεί στη βάση της λειτουργίας αυτού που ήταν, εκείνη την εποχή, το πρώτο κόμμα της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης με μαρξιστικό προσανατολισμό. Μα ήταν κυρίως ο Λένιν που, σε αρκετά από τα θεμελιώδους σημασίας κείμενά του («Τι Να Κάνουμε;», «Ένα Βήμα Εμπρός, Δύο Βήματα Πίσω», «Γράμμα σε ένα Σύντροφο για τα Οργανωτικά μας Καθήκοντα», «Απάντηση στη Ρόζα Λούξεμπουργκ για το «Ένα Βήμα Εμπρός..»»), χάραξε τις βασικές γραμμές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, από θεωρητικής και πρακτικής πλευράς.

Όλο το Κόμμα πρέπει να υπόκειται σε μια ενιαία πειθαρχία: το άτομο υποτάσσεται στην οργάνωση, η μειοψηφία υποτάσσεται στην πλειοψηφία, το κατώτερο όργανο υποτάσσεται στο ανώτερο, όλο το Κόμμα υποτάσσεται στην Κεντρική Επιτροπή.

Σε αυτό, χοντρικά, συνίσταται η ουσία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

Στο τεύχος 7 του “Teoria & Prassi (το νούμερο που άνοιξε, το 2002, τη νέα περίοδο του περιοδικού μας) είχαμε αναφερθεί στο θέμα. Το ξαναπιάνουμε αυτό σήμερα, προσπαθώντας να εμβαθύνουμε σε μερικές θεωρητικές πτυχές του.

Ο Λένιν ξεκαθάρισε με τον πιο διαυγή και παραστατικό τρόπο τι σημαίνει «η οργανωτική αρχή της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας [σήμερα, των κομμουνιστών] σε σχέση με την οργανωτική αρχή των οπορτουνιστών της σοσιαλδημοκρατίας. Η τελευταία θέλει να πάει από τη βάση προς την κορυφή, και υποστηρίζει, επομένως, παντού, όπου και όσο είναι εφικτό, την αυτονομία. […] Η πρώτη θέλει να ξεκινήσει από την κορυφή, υπερασπίζοντας την επέκταση των δικαιωμάτων και της πληρεξουσιότητας του κέντρου έναντι του κάθε τμήματος»(Ένα Βήμα Εμπρός, Δύο Βήματα Πίσω).

Ο συγκεντρωτισμός κάθε κομμουνιστικού κόμματος είναι δημοκρατικός: 1) γιατί όλα τα καθοδηγητικά όργανα είναι εκλεγμένα και αιρετά, 2) επειδή κάθε μέλος έχει δικαίωμα, στο όργανο το οποίο συμμετέχει, να συμβάλει στην ανάπτυξη της γραμμής του κόμματος εκφράζοντας ελεύθερα- κατά τη διάρκεια του σταδίου της συζήτησης- τις δικές του εκτιμήσεις και προτάσεις, μέχρις ότου ληφθεί μια απόφαση δεσμευτική και υποχρεωτική για όλους, 3) γιατί τα καθοδηγητικά όργανα έχουν την υποχρέωση, ανά τακτά διαστήματα, να παρουσιάζουν στα κατώτερα όργανα και οργανώσεις έκθεση πεπραγμένων, η οποία επιτρέπει στα μέλη του κόμματος, και στους ίδιους τους καθοδηγητές, να ασκήσουν με τον πιο ευρύ τρόπο κριτική και αυτοκριτική, οι οποίες είναι απαραίτητες για τον έλεγχο της δουλειάς και την ανάπτυξη της καθοδηγητικής ικανότητας του κόμματος επί της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μαζών.

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία αυτές οι αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού απορρίπτονται  και εξευτελίζονται από τα (πάντοτε ενεργά!) κατάλοιπα του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, από τους νέους οπορτουνιστές που ισχυρίζονται ότι  «επανιδρύουν» τον κομμουνισμό, και κυρίως από το πολύχρωμο αρχιπέλαγος των μικροαστικών «κινημάτων», των οποίων το οργανωτικό «ιδεώδες» είναι ο αναρχισμός.

Ο μικροαστός της 3ης Χιλιετίας δεν διαφέρει από εκείνον μιας άλλης εποχής: «Η οργάνωση ενός κόμματος τούς φαίνεται μια τερατώδης «φάμπρικα»: η υποταγή του ενός μέρους στο σύνολο και της μειοψηφίας στην πλειοψηφία εμφανίζεται ως μια «σκλαβιά»: ο καταμερισμός εργασίας, υπό την καθοδήγηση ενός κέντρου, τους κάνει να ξεσπούν σε κωμικοτραγικά τσιριχτά ενάντια στο μετασχηματισμό των ανθρώπων σε «βίδες και ροδέλες»» (Λένιν, Ένα Βήμα Εμπρός, Δύο Βήματα Πίσω).

Ακόμα και σήμερα, εξαιρετικά βίαιη ενάντια στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό είναι η εχθρότητα των διανοούμενων: «Αυτό που γενικά χαρακτηρίζει τους διανοούμενους, ως ιδιαίτερο στρώμα της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι ακριβώς ο ατομικισμός και η μη ανεκτικότητα απέναντι στην πειθαρχία και την οργάνωση.[…] Αυτή η ιδιαιτερότητα των διανοούμενων είναι στενά συνδεδεμένη με τις συνηθισμένες για αυτούς συνθήκες ζωής, με τις συνθήκες εργασίας τους, που από πάρα πολλές πλευρές γειτνιάζουν με τις μικροαστικές συνθήκες ύπαρξης (ατομική εργασία ή σε πολύ περιορισμένες συλλογικότητες κλπ)» (ό. π.).

Μόνο διαμέσου του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι εφικτή, σε ένα κομμουνιστικό κόμμα, η επιλογή των στελεχών, που δεν αναδεικνύονται μονάχα από τον εκλογικό μηχανισμό, αλλά κυρίως από την πρακτική δουλειά. Ξεκινώντας από τους πυρήνες σε ένα εργοστάσιο ως την κεντρική καθοδήγηση, η επιλογή μπορεί να επέλθει μονάχα μέσω ενός χρονικά μακρού και σοβαρού πειραματισμού, που να ξέρει να αναδεικνύει,  βγάζοντάς τους κυρίως από τους πρωτοπόρους εργάτες, τους καλύτερους συντρόφους.

Για το σύνολο αυτών των ζητημάτων, αυτά τα λόγια χρησιμοποιούνταν στις «Θέσεις της Λυών», που εγκρίθηκαν το 1926- υπό την επαναστατική καθοδήγηση του Αντόνιο Γκράμσι- από το 3ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (Τμήματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς): «Η οργάνωση ενός μπολσεβικικού κόμματος πρέπει να είναι, σε κάθε στιγμή της ζωής του κόμματος, μια συγκεντρωτική οργάνωση, καθοδηγούμενη από την όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στην πράξη Κεντρική Επιτροπή. Μια προλεταριακή σιδηρά πειθαρχία πρέπει να κυριαρχεί σε όλες τις τάξεις του». Μα ενάντια στις μεθόδους του λεγόμενου «οργανικού συγκεντρωτισμού» τύπου Μπορντίγκα, οι θέσεις προσέθεταν: «Αυτό δεν σημαίνει ότι το κόμμα πρέπει να κυβερνιέται από τα πάνω με αυτοκρατορικό σύστημα. Τόσο η Κεντρική Επιτροπή όσο και τα κατώτατα όργανα καθοδήγησης σχηματίζονται βάσει εκλογών και βάσει μιας επιλογής ικανών στελεχών η οποία επιτελείται μέσω μιας αποδεδειγμένης δουλειάς και εμπειρίας στο κίνημα. Το δεύτερο στοιχείο εγγυάται ώστε τα κριτήρια για την ανάδειξη τοπικών καθοδηγητικών ομάδων και της κεντρικής καθοδηγητικής ομάδας να μην είναι μηχανικά, εξωτερικά και «κοινοβουλευτικά», μα να ανταποκρίνονται σε μια πραγματική διαδικασία σχηματισμού μιας προλεταριακής πρωτοπορίας ομογενούς και συνδεδεμένης με τις μάζες».

Σε ένα επαναστατικό κόμμα όπως είναι το κομμουνιστικό κόμμα, η αρχή της εκλογής των καθοδηγητικών οργάνων και της εσωτερικής δημοκρατίας δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική με τις συνθήκες της πολιτικής πάλης. Σε ένα ζήτημα που σήμερα συζητείται ευρέως εντός του επαναστατικού κινήματος, αυτό της παρανομίας (στο οποίο η συντακτική μας συλλογικότητα έχει ξεκάθαρα τοποθετηθεί σε προηγούμενα τεύχη του «Teoria & Prassi», σ.μεταφρ.:βλ. και εδώ) και για τη σχέση μεταξύ παράνομης δουλειάς, πειθαρχίας και εσωκομματικής δημοκρατίας, η Τρίτη Διεθνής υπεδείκνυε, στην εποχή της, τα εξής ξεκάθαρα:

«Κάθε κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την παρανομία ως μια κατάσταση πιθανή και δυνατή και πρέπει να είναι προετοιμασμένο να περάσει στην παράνομη δουλειά. Όταν η πολιτική κατάσταση γίνει εξαιρετικά κρίσιμη, αυτό πρέπει να λαμβάνει μέτρα που να του επιτρέψουν να συνεχίσει τη δραστηριότητά του παρανόμως εφόσον η οργάνωσή του απαγορευτεί: πρέπει να κρατά έτοιμο όλο τον παράνομο μηχανισμό του. Πρέπει, ωστόσο, να αποφεύγεται κάθε μη απαραίτητο παιχνίδι με την παρανομία, και το κόμμα πρέπει να υπερασπίζεται το καθεστώς νομιμότητάς του μέχρι τέλους».

            «Η θεμελιώδης βάση ενός παράνομου κόμματος είναι μια αυστηρή πειθαρχία: ακόμα πιο αυστηρή από εκείνη που πρέπει να έχει ένα νόμιμο κόμμα. Μα αυτή η πειθαρχία δεν πρέπει να συγχέεται με την γραφειοκρατικοποίηση. Ακόμα και στην πιο πλήρη παρανομία υπάρχει πάντα η πιθανότητα μιας κομματικής δημοκρατίας, μιας ελεύθερης συζήτησης και της εκλογής όλων των εκπροσωπούντων το κόμμα.  Κάθε μη απαραίτητος περιορισμός αυτής της δημοκρατίας θα προκαλούσε τον χωρισμό του κόμματος από τις μάζες, και θα το μετέτρεπε σε μια σέχτα συνωμοτών» (Θέσεις για τη Μπολσεβικοποίηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων, Απρίλης 1925).

            Η ελευθερία συζήτησης και η εσωτερική δημοκρατία είναι, ωστόσο, ασύμβατες, σε ένα κόμμα της εργατικής τάξης, με την ύπαρξη οργανωμένων φραξιών, που θα διασπούσαν την ενότητα του κόμματος, ανοίγοντας το δρόμο στην επιρροή άλλων τάξεων. Κατά τη φάση της εκτίμησης συγκεκριμένων πολιτικών προβλημάτων μπορεί να γεννιούνται πρόσκαιρες τάσεις, όμως καθήκον των καθοδηγητικών οργάνων, και όλων των μελών, είναι να μειώσουν τις αντιθέσεις των τάσεων και να εμποδίσουν αυτές να μετασχηματιστούν σε φράξιες, κάθε μια από τις οποίες θα προέβαλλε τη δική της πολιτική, παραλύοντας τη δράση των άλλων φραξιών και εκείνη όλου του κόμματος. Σε ένα μπολσεβικικό κόμμα, η λεγόμενη «πάλη μεταξύ δύο γραμμών» είναι πάντα η πάλη μεταξύ της λενινιστικής πολιτικής και ιδεολογικής γραμμής και των δεξιών και αριστερών παρεκκλίσεων οι οποίες αντιτίθενται σε αυτήν.

            Στο καθοδηγούμενο από τον Αντόνιο Γκράμσι κόμμα, η πιο σοβαρή εκδήλωση φραξιονισμού ήταν ο σχηματισμός το 1925, εκ μέρους του ρεύματος Μπορντίγκα, της λεγόμενης «Επιτροπής Συνεννόησης», έναν οργανισμό που η καθοδήγηση του Κόμματος χτύπησε με πειθαρχικά μέτρα, αφότου είχε αναπτύξει εναντίον του μια ιδεολογική μάχη πολύ πλούσια σε διδάγματα ακόμα και σήμερα. Και, κατά τη δεκαετία του ’30, η ίδια σωστή αυστηρότητα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, στις τάξεις του υπό την καθοδήγηση του Στάλιν μπολσεβικικού κόμματος, εναντίον του φραξιονισμού των τροτσκιστικών και μπουχαρινικών τάσεων.  

            Όσον αφορά τα καθήκοντα των κομμουνιστών στη φάση που βρισκόμαστε σήμερα στην Ιταλία, αυτή κατά την οποία το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να ανασυγκροτηθεί, είναι ζωτικής σημασίας να κατανοηθεί πως η ανασυγκρότησή του δεν θα έρθει παρά μόνο υπό την καθοδήγηση από εκείνη την αρχή που ο Λένιν ποτέ δεν κουράστηκε να επαναλαμβάνει να διακηρύττει και η οποία ήταν εκείνη βάσει της οποίας συγκροτήθηκε το Μπολσεβικικό Κόμμα: μη πηγαίνοντας από τη βάση στην κορυφή, αλλά ξεκινώντας από την κορυφή για την επέκταση της δράσης του κέντρου σε όλες τις διάφορες πλευρές. Καμία άλλη διαδρομή δεν ήταν ποτέ σε θέση να επιτύχει το σκοπό. Αυτός ο ρόλος μπορεί να αναληφθεί (όπως έχουμε υποδείξει στα τεύχη 8 και 9 του «Teoria & Prassi») από μια ενδιάμεση οργάνωση που, κι αν έχει ακόμα έναν δεσμό σχετικά λίγο αναπτυγμένο με το προλεταριάτο, θα έχει φτάσει σε μια βαθιά ενότητα ιδεολογικών αρχών και θα κινείται και θα δρα στη βάση όλων εκείνων των στοιχείων του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού (υποταγή του ατόμου στην οργάνωση, αίσθημα ευθύνης αγωνιστικής, ανάπτυξη της κριτικής και της αυτοκριτικής, προλεταριακή πειθαρχία και αυστηρός έλεγχος της δουλειάς) που να μπορούν και να πρέπει να δρουν ακόμα και πριν από τη γέννηση του Κόμματος. Είναι η ενδιάμεση οργάνωση που μπορεί να επιτρέψει – όπως γράφαμε στο τεύχος 9/2003 του “Teoria & Prassi”- «το σχηματισμό μιας ομογενούς ομάδας κομμουνιστών που να αποτελέσουν τον επαγγελματικό πυρήνα του κόμματος και να είναι σε θέση να καθορίσουν τους βασικούς σκοπούς του αγώνα, να ορίσουν τις βάσεις, τα ιδεολογικές- πολιτικές-οργανωτικές και προγραμματικές προϋποθέσεις του μελλοντικού κόμματος και τα απαραίτητα βήματα για την επίτευξη αυτού του σκοπού».

 

Teoria e Prassi, τεύχος 16, Σεπτέμβρης 2006