O Νόμος της
πτωτικής τάσης
του ποσοστού
κέρδους: κριτικές,
απαντήσεις &
συμπεράσματα
Οι
πρόσφατες
χρηματιστηριακές
καταρρεύσεις
αναδεικνύουν
το βάθεμα της
κρίσης του
χρηματιστικού
κεφαλαίου.
Ταυτόχρονα
συνιστούν την
πιο προφανή
απόδειξη της
εγκυρότητας της
μαρξιστικής
θεωρίας στον
τομέα της
Οικονομίας.
Ο
σχηματισμός
μιας
υπεράφθονης
και
μετακινούμενης
μάζας
χρηματικού
κεφαλαίου, η
επακόλουθη κερδοσκοπία
στις
χρηματιστηριακές
αγορές, οι
κυκλικές
κρίσεις που
διαδέχονται η
μία την άλλη
για την
απαξίωση αυτού
του πλασματικού
κεφαλαίου, δεν
είναι τίποτε
άλλο παρά
συνέπειες της
ανεπαρκούς
ικανότητας
αυτοαξιοποίησης
του κεφαλαίου στη
σφαίρα της
παραγωγής.
Υπό αυτή
την έννοια,
ένας βασικός
παράγοντας
αντιπροσωπεύεται
από την αύξηση
της οργανικής
σύνθεσης του
κεφαλαίου που
καθορίζει την
μείωση του
γενικού (ή
μέσου) ποσοστού
του κέρδους. Ο
νόμος της
πτωτικής τάσης
του κέρδους
είναι ένας από
τους πιο
σαφείς δείκτες
των ιστορικών
ορίων του
καπιταλιστικού
τρόπου παραγωγής:
για αυτό και
έχει
αμφισβητηθεί
και υποστεί
επιθέσεις από
πολλές πλευρές
κατά τον
τελευταίο
αιώνα. Η
απάντηση στις
αστικές και
ρεφορμιστικές
κριτικές, η
επαλήθευση της
ορθότητάς του,
η τελειοποίηση
των θεωρητικών
μας όπλων για
την εκπόνηση
μιας
συγκεκριμένης
ανάλυσης μιας
συγκεκριμένης
κατάστασης και
η προώθηση της
επαναστατικής
προοπτικής
συνιστούν
εξίσου και όσο
ποτέ άλλοτε
σημαντικές
πτυχές της
δραστηριότητας
των
κομμουνιστών.
Ως
γνωστόν, ο
νόμος της
πτωτικής τάσης
του ποσοστού
κέρδους
διατυπώνεται
από το Μαρξ
στον 3ο τόμο
του Κεφαλαίου.
Ως αποτέλεσμα
νέων μεθόδων
παραγωγής, ο
ίδιος αριθμός
εργατών θέτει
σε κίνηση μια
αυξανόμενη
μάζα πρώτων
υλών, μηχανών
και γενικά
πάγιου
κεφαλαίου. Η
αύξηση του
σταθερού
κεφαλαίου σε
σχέση με το
μεταβλητό κεφάλαιο,
δηλαδή η
αύξηση εκείνου
που ο Μαρξ
ονομάζει
«οργανική
σύνθεση του
κεφαλαίου»,
επιφέρει μια
βαθμιαία μείωση
του ποσοστού
κέρδους. Αυτή η
κατάσταση δεν είναι
τίποτε άλλο
παρά η έκφραση
μιας
αυξάνουσας παραγωγικότητας
της κοινωνικής
εργασίας,
τυπικής στον
καπιταλιστικό
τρόπο
παραγωγής.
Αυτό δεν αποκλείει
καθόλου την
περίπτωση η
μείωση του
ποσοστού
κέρδους να
συνοδεύεται
από μια αύξηση
της απόλυτης
μάζας υπεραξίας:
αντίθετα, όπως
λέει ο Μαρξ,
αυτό όχι μόνο μπορεί,
αλλά πρέπει να
συμβεί.
«Η
αυξημένη μάζα
των μέσων
παραγωγής που
προορίζονται
να
μετασχηματιστούν
σε κεφάλαιο
έχει πάντα στη
διάθεσή της,
για να τον εκμεταλλευτεί,
έναν
αυξανόμενο και
εν τέλει πλεονάζοντα
εργατικό
πληθυσμό. Κατά
την εξέλιξη
του προτσές
παραγωγής και
συσσώρευσης
πρέπει λοιπόν
να υπάρχει
αύξηση της
μάζας της
αποσπώμενης
υπεραξίας και
(…)επομένως της
απόλυτης μάζας
επιτευχθέντος
κέρδους από το
κοινωνικό
κεφάλαιο, αλλά
οι ίδιοι νόμοι της
παραγωγής και
της
συσσώρευσης
αυξάνουν σε αυξάνουσα
αναλογία, μαζί
με τη μάζα, την
αξία του σταθερού
κεφαλαίου πιο
γρήγορα από
εκείνη του
μεταβλητού
εκείνου
κεφαλαίου που
μετατράπηκε σε
ζωντανή
εργασία. Οι
ίδιοι νόμοι
παράγουν
επομένως για
το κοινωνικό κεφάλαιο
μια αύξηση της
απόλυτης μάζας
του κέρδους
και μια μείωση
του ποσοστού
κέρδους» (Το
Κεφάλαιο, 3ος
Τόμος, Einaudi, Τορίνο
1975, σσ.308-309).
Η
θεωρία της
πτωτικής τάσης
του ποσοστού
κέρδους είναι
η πιο
συζητημένη και
επικριμένη
μαρξιστική
οικονομική
θεωρία. Καμία
άλλη θέση των
οικονομικών
διδαγμάτων του
Μαρξ δεν έχει
τόσο πολύ
ομόφωνα
αμφισβητηθεί
από την αστική
ακαδημαϊκή
επιστήμη. Αλλά
ακόμα και
μελετητές με
μαρξιστικό
προσανατολισμό
της έχουν ασκήσει
κριτική:
μερικοί εξ
αυτών, μάλιστα,
έχουν καταθέσει
τα όπλα, χωρίς
μάχη, στο
πρόβλημα ης
πτώσης του
ποσοστού
κέρδους.
1. Για εμάς
τους ιταλούς
κομμουνιστές
είναι χρήσιμο
να θυμόμαστε
ότι, ήδη από το 1898,
ο Μπενεντέτο
Κρότσε είχε
προβεί σε μια
σειρά από κριτικές
του νόμου της
πτωτικής
τάσης, στο
δοκίμιό του
«Μια αντίρρηση
στο μαρξιστικό
νόμο της πτώσης
του ποσοστού
κέρδους», που
υπάρχει και
στο Μπ. Κρότσε,
Ιστορικός
Υλισμός και
Μαρξιστική
Οικονομία, Laterza, Μπάρι,
1946, σ.σ. 149-161.
Η
πρώτη
απάντηση, από
μαρξιστικής
πλευράς, στους ισχυρισμούς
του Κρότσε
είχε δοθεί το 1902
από τον
Πλεχάνοφ.
Είχε
γράψει ο
Κρότσε:
«Έστω
λοιπόν (για να
ακολουθήσουμε
το αυστηρό υποθετικό
σχήμα του Μαρξ)
από τη μια
πλευρά μια
τάξη
καπιταλιστική,
και από την
άλλη μια τάξη
προλετάριων.
Τι κάνει η
τεχνική
πρόοδος;
Πολλαπλασιάζει
τον πλούτο στα
χέρια της
καπιταλιστικής
τάξης. Δεν
είναι ξεκάθαρο
ότι, ως
αποτέλεσμα της
τεχνικής
προόδου, οι
καπιταλιστές
θα μπορούν, βάσει
αγαθών που αξίζουν
όλο και
λιγότερο, να
αποκτήσουν τις
ίδιες υπηρεσίες
που
προηγουμένως
αποκτούσαν από
προλετάριους;
Και, επομένως, [δεν
είναι
ξεκάθαρο] ότι η
σχέση μεταξύ
αξίας
υπηρεσιών και
αξίας κεφαλαίου
αλλάζει υπέρ
της πρώτης
αξίας, δηλαδή
το ποσοστό του
κέρδους θα
αυξηθεί; [..] Πώς ο
Μαρξ μπόρεσε
να φανταστεί
ότι με την
τεχνική πρόοδο
αυξάνουν
πάντοτε οι
δαπάνες των
καπιταλιστών
με τέτοιο τρόπο
ώστε,
αναλογικά το
κέρδος
παραμένει
πάντα φθίνον; […]
Το λάθος του
Μαρξ έγκειται
στο ότι
απέδωσε, δίχως
να το
αντιληφθεί,
μια αξία
μεγαλύτερη στο
σταθερό
κεφάλαιο, το οποίο,
μετά την
τεχνική
πρόοδο,
τίθεται σε
κίνηση από
τους ίδιους
προηγούμενους
εργαζόμενους»
(ό.π., σ. 158).
Ξεκάθαρη
η απάντηση του
Πλεχάνοφ:
«Αν η
παραγωγικότητα
της εργασίας
διπλασιαστεί,
είναι προφανές
ότι, στο ίδιο
χρονικό
διάστημα, ο
εργάτης θα ασχοληθεί
με μια
ποσότητα
βαμβακιού δύο
φορές
μεγαλύτερη.
Αυτή η
διπλάσια
ποσότητα
βαμβακιού
είναι ο εργοστασιάρχης
που θα την
παρέχει στον
εργάτη, οπότε η
δαπάνη του
εργοστασιάρχη
για πρώτες
ύλες, ceteris paribus, θα
διπλασιαστεί.
[…] Η
τεχνική
πρόοδος, που
έχει
διπλασιάσει
την παραγωγικότητα
της εργασίας
συνίσταται σε
μια τελειοποίηση
των μηχανών.
Τώρα,
τελειοποιημένες
μηχανές
κοστίζουν
γενικά
ακριβότερα. […] Η
τεχνική πρόοδος
προκαλεί την
αύξηση της
παραγωγικότητας
της εργασίας,
δηλαδή στην
απασχόληση,
ανά μονάδα
προϊόντος,
μιας
μικρότερης
ποσότητας
εργασίας. Αλλά
δεν
συνεπάγεται
καθόλου ότι η
παραγωγή
περατώνεται με
τη βοήθεια
μηχανών λιγότερο
ακριβών.
Αντίθετα, η
τεχνική
πρόοδος
σημαίνει συνήθως
χρήση μηχανών
πιο
εξελιγμένων,
και επομένως
πιο ακριβών»
(Σχετικά με το
βιβλίο του
Κρότσε, στο
Φιλοσοφικά
Έργα, εκδ. Progress, τόμος 2ος,
σ.σ. 762-63).
Πιο
αναλυτική και
διεισδυτική η
απάντηση που
έδωσε ο
Γκράμσι, στις
σκέψεις του
μέσα από τη
φυλακή, για τις
αντιρρήσεις
του Κρότσε:
«Στο
γραπτό για την
πτωτική τάση
του ποσοστού
κέρδους πρέπει
να
επισημάνουμε
ένα θεμελιώδες
λάθος του
Κρότσε. Αυτό το
ζήτημα έχει
ήδη διατυπωθεί
στον 1ο τόμο
του Κεφαλαίου,
όπου γίνεται
λόγος για
σχετική
υπεραξία: στο
ίδιο σημείο
παρατηρούμε
πώς σε αυτό το
προτσές
εκδηλώνεται
μια αντίφαση, δηλαδή
από τη μια
πλευρά η
τεχνική
πρόοδος επιτρέπει
μια διεύρυνση
της υπεραξίας,
από την άλλη
καθορίζει, από
τη μεταβολή που
εισάγει στη
σύνθεση του
κεφαλαίου, μια
πτωτική τάση
του ποσοστού
κέρδους: είναι
ό,τι
καταδεικνύεται
στον 3ο τόμο
του Κεφαλαίου.
Ο Κρότσε
παρουσιάζει ως
ένδειξη της μη
ισχύος της
θεωρίας που
αναλύεται στον
3ο τόμο
εκείνο το
μέρος της
θεωρίας που
αναλύεται στον
1ο τόμο,
δηλαδή, θέτει
ως ένδειξη της
μη ισχύος του
νόμου της
πτωτικής τάσης
του κέρδους,
την απόδειξη
της ύπαρξης
μιας σχετικής
υπεραξίας η
οποία
οφείλεται στην
τεχνική πρόοδο,
χωρίς όμως
ποτέ να
αναφερθεί ούτε
μια φορά στον 1ο
τόμο (…)».
Κατά το
Μαρξ,
συνεχίζει ο
Γκράμσι, «η
πτώση του
κέρδους
παρουσιάζεται
ως μια αντιφατική
πτυχή ενός
άλλου νόμου,
εκείνου της
παραγωγής
σχετικής
υπεραξίας,
όπου ο ένας
τείνει να
εξουδετερώνει
τον άλλο, με την
πρόβλεψη ότι η
πτώση του
ποσοστού κέρδους
είναι που
κυριαρχεί.
Πότε μπορούμε
να φανταστούμε
ότι αυτή η
αντίθεση
φτάνει σε ένα
γόρδιο δεσμό, άλυτο
κανονικά, αλλά
που απαιτεί
την παρέμβαση
του σπαθιού
του
Αλέξανδρου;
Όταν όλη η
παγκόσμια οικονομία
θα έχει γίνει
καπιταλιστική
και ενός συγκεκριμένου
βαθμού
ανάπτυξης:
όταν, δηλαδή, το
«κινητό σύνορο»
του
καπιταλιστικού
οικονομικού
κόσμου θα έχει
φτάσει τις Ηράκλειες
στήλες. Οι
αντικρουόμενες
δυνάμεις του
νόμου της
πτωτικής τάσης
που συναντώνται
με την
παραγωγή όλο
και
μεγαλύτερης
σχετικής
υπεραξίας
έχουν όρια, που
δίνονται, για
παράδειγμα,
τεχνικά από
την ελαστική επέκταση
και αντίσταση
της ύλης και
κοινωνικά από
το ανεκτό
μέτρο της
ανεργίας σε μια
δεδομένη
κοινωνία.
Δηλαδή, η
οικονομική
αντίθεση
καθίσταται
πολιτική
αντίθεση και
επιλύεται πολιτικά
με μια
ανατροπή της
πράξης
[έκφραση που, στο
κωδικοποιημένο
λεξιλόγιο που
χρησιμοποιούσε
ο Γκράμσι στη φυλακή,
ισοδυναμεί με
«επιλύεται
πολιτικά με
μια επανάσταση»]
(Τετράδια της
Φυλακής,
Κριτική Έκδοση
του
Ινστιτούτου
Γκράμσι, Τόμος 2ος,
Einaudi, 1975, σ.σ. 1278-79)
2. Μια άλλη
αμφισβήτηση
αφορά τον
τρόπο με τον
οποίο ο Μαρξ
διατύπωσε το
νόμο στο 13ο
κεφάλαιο στον 3ο
τόμο του
«Κεφαλαίου»:
δήθεν υπέθετε
ότι, ενώ η οργανική
σύνθεση του
κεφαλαίου
αυξάνεται, το
ποσοστό υπεραξίας
παραμένει
σταθερό.
Ο πρώτος
που διατύπωσε
αυτή την
κριτική ήταν,
το 1907, ο
οικονομολόγος
Βλάντισλαβ φον
Μπόρτκιεβιτς.
Η κατηγορία που
ασκεί στο Μαρξ
είναι ότι
αυτός
«απομόνωσε» το
ποσοστό
κέρδους από το
ποσοστό
υπεραξίας, ότι
υιοθέτησε μια
«μέθοδο
απομόνωσης».
Μπόρτκιεβιτς:
«Το λάθος της
ανάδειξης από
το Μαρξ του
νόμου του περί
πτωτικής τάσης
του ποσοστού
κέρδους
συνίσταται στο
ότι αγνοεί τη
μαθηματική
σχέση μεταξύ
παραγωγικότητας
της εργασίας
και ποσοστού
υπεραξίας, και
ότι θεωρεί το
τελευταίο ως
έναν ανεξάρτητο
παράγοντα»
(Υπολογισμός
της αξίας και
υπολογισμός
της τιμής στο
μαρξικό
σύστημα, σε «Η
οικονομική θεωρία
του Μαρξ», Einaudi, Τορίνο,
1971, σ.σ.5-104).
Αυτή η
κριτική
αναβίωσε σε
μια πιο
πρόσφατη εποχή
από έναν
κεϋνσιανό
αριστερό
οικονομολόγο,
τον Joan Robinson, και από
έναν
οικονομολόγο
με μαρξιστικό
προσανατολισμό,
όπως ο Paul Sweezy.
Joan Robinson: «Ο
Μαρξ διατηρεί
την άποψη πως
υπάρχει μια
ισχυρή τάση
του κεφαλαίου
ανά εργάτη να
αυξάνει- και
αυτή η υπόθεση
είναι φυσιολογική.
Ο μαρξιστικός
νόμος της
πτωτικής τάσης
των κερδών
συνίσταται
απλώς σε μια
ταυτολογία: αν
το ποσοστό
εκμετάλλευσης
είναι σταθερό,
το ποσοστό κέρδους
μειώνεται ενώ
το κεφάλαιο
ανά εργάτη
αυξάνεται». Το
συμπέρασμα
είναι
αναντίρρητο: «Με
λίγα λόγια,
φαίνεται πως ο
Μαρξ ξέφυγε σε
ένα πεδίο
εντελώς
λανθασμένο,
όταν υποθέτει
πως είναι εφικτό
να βρεθεί ένας
νόμος για τα
κέρδη χωρίς να
ληφθεί υπόψη
το πρόβλημα
της Αποτελεσματικής
Ζήτησης: και η
εξήγησή του
για την τάση
για πτώση των
κερδών δεν
εξηγεί
απολύτως
τίποτα» (Μαρξ
και οικονομική
επιστήμη, La Nuova Italia, Φλωρεντία,
1951, σ.32, σ.37)
Sweezy:
«Είδαμε ότι η
τάση του
ποσοστού
κέρδους να
μειώνεται
συνάγεται από
το Μαρξ από την
υπόθεσή του
ότι η οργανική σύνθεση του
κεφαλαίου
αυξάνει ενώ το
ποσοστό
υπεραξίας παραμένει
σταθερό. Ενώ
είναι
αναμφισβήτητα
ακριβής η επαλήθευση
της ύπαρξης
της αύξησης
της οργανικής
σύνθεσης του
κεφαλαίου, από
την άλλη μεριά,
δικαιολογείται
η υπόθεση, την
ίδια ώρα, για
ένα σταθερό
ποσοστό
υπεραξίας;»(Η Θεωρία
της
καπιταλιστικής
ανάπτυξης, Boringhieri, Τορίνο,
1970, σ.117)
Πάλι ο Sweezy:
«Φαίνεται
ελάχιστα σωστό
ότι ένα
σημαντικό
τμήμα του
προτσές της
αύξησης της
παραγωγικότητας
[δηλαδή, η
αύξηση του
ποσοστού
υπεραξίας] μελετάται
ξεχωριστά και
ως ένας
παράγοντας
αντισταθμιστικός:
θα ήταν
καλύτερο να
αναγνωριζόταν εξ
αρχής ότι η
αύξηση της
παραγωγικότητας
τείνει να
φέρει μαζί της
ένα πιο
αυξημένο
ποσοστό
υπεραξίας.
Εξάλλου
[προσθέτει
αντιφατικά ο
Σουήζυ] ο Μαρξ
ήταν σύμφωνος
σε αυτό» (ό.π., σ.σ.118-119)
Πράγματι,
είναι μόνο η 1η
σελίδα του 13ου
κεφαλαίου του 3ου
τόμου του «Κεφαλαίου»
που φαίνεται
να δικαιώνει
αυτές τις
κριτικές. Σε εκείνο
το σημείο ο
Μαρξ,
προσωρινά, δεν πραγματεύεται
παρά σταθερό
βαθμό
εκμετάλλευσης
της εργασίας.
Αλλά πολλά άλλα
αποσπάσματα
των
οικονομικών
έργων του Μαρξ
δείχνουν
ξεκάθαρα πως,
στην ανάλυση
της πτωτικής
τάσης του
ποσοστού
κέρδους,
λάμβανε
πάντοτε υπόψη
τη σύνδεση
μεταξύ
ποσοστού
κέρδους και
ποσοστού υπεραξίας
και λάμβανε
υπόψη όχι μόνο
την υπόθεση
για σταθερό
ποσοστό
υπεραξίας,
αλλά και την
υπόθεση περί αύξησής
του.
Μαρξ: «Η
πτωτική τάση
του ποσοστού
κέρδους είναι
συνδεδεμένη με
την αυξητική
τάση του
ποσοστού υπεραξίας,
δηλαδή του
βαθμού
εκμετάλλευσης
της εργασίας
(Το Κεφάλαιο, 3ος
τόμος, Einaudi, Τορίνο,
1975, σ.337)
Μαρξ: «Έχω
εξηγήσει την
πτώση του
ποσοστού
κέρδους, παρά
τη σταθερότητα
ή ακόμα και την
αύξηση του ποσοστού
υπεραξίας, με
το γεγονός ότι
το μεταβλητό
κεφάλαιο
μειώνεται σε
σχέση με το
σταθερό κεφάλαιο,
δηλαδή η
παρούσα,
ζωντανή,
εργασία
ελαττώνεται σε
σχέση με την
παρελθούσα
εργασία»
(Ιστορία των
οικονομικών
θεωριών, Einaudi,
Τορίνο,1958, Τόμος 2ος
, σ.326)
Μαρξ: «Το
ποσοστό
κέρδους πέφτει
– παρότι το
ποσοστό
υπεραξίας
παραμένει
σταθερό ή
αυξάνεται-
γιατί, με την
αύξηση των
παραγωγικών
δυνάμεων της
εργασίας, το
μεταβλητό
κεφάλαιο
μειώνεται σε
σχέση με το
σταθερό
κεφάλαιο. Αυτό
πέφτει, λοιπόν,
όχι επειδή η
εργασία
καθίσταται
λιγότερο
παραγωγική,
αλλά επειδή
καθίσταται
περισσότερο
παραγωγική. Όχι
επειδή τον
εργάτη τον
εκμεταλλεύονται
λιγότερο, αλλά επειδή
τον
εκμεταλλεύονται
περισσότερο»
(Το κεφάλαιο, 3ος
τόμος, σ. 301).
Μαρξ: «…Μια
τέτοια τάση
επιφέρει μια
πιο αυξημένη οργανική
σύνθεση
συνολικού
κεφαλαίου,
δηλαδή έχει ως
άμεση συνέπεια
το γεγονός ότι το
ποσοστό
υπεραξίας, ενώ
ο βαθμός
εκμετάλλευσης παραμένει
σταθερός ή
ακόμα και
αυξάνεται,
εκφράζεται από
ένα γενικό
ποσοστό
κέρδους το
οποίο φθίνει
συνεχώς» (Το
Κεφάλαιο, 3ος
τόμος, σ. 301).
Αυτή η
κριτική, που
έχει να κάνει
με τη «μέθοδο
απομόνωσης»
που δήθεν
υιοθέτησε ο
Μαρξ, είναι,
συνεπώς,
εντελώς αβάσιμη.
3. Μια άλλη
θεμελιώδης
κριτική έχει
ασκηθεί στο Μαρξ:
αυτή, σύμφωνα με
την οποία,
δεδομένου του
άλυτου δεσμού
μεταξύ της
αύξησης της
οργανικής
σύνθεσης του
κεφαλαίου, της
παραγωγικότητας
της εργασίας,
της παραγωγής
σχετικής
υπεραξίας και
της αύξησης
του ποσοστού
υπεραξίας, δεν
θα ήταν εύκολο
το να
προσδιορίσουμε
αν υπάρχει,
μακροπρόθεσμα, αύξηση ή
μείωση του
ποσοστού
κέρδους.
Ο Πωλ
Σουήζυ,
αναφερόμενος
στη μαθηματική
φόρμουλα
Κέρδος=
Υπεραξία/(Σταθερό
Κεφάλαιο +
Μεταβλητό
Κεφάλαιο), στην
οποία, τόσο στον
αριθμητή όσο
και στον
παρονομαστή
βρίσκονται
μεταβλητές,
συνόψισε κατ’
αυτό τον τρόπο
την κριτική
του:
«Αν
ισχυριστούμε,
όπως και
ισχυριζόμαστε,
ότι τόσο η
οργανική
σύνθεση
κεφαλαίου, όσο
και το ποσοστό
υπεραξίας
είναι
μεταβαλλόμενα,
η κατεύθυνση
προς την οποία
το ποσοστό του
κέρδους θα
αλλάξει καθίσταται
απροσδιόριστη»
(Η Θεωρία της
Καπιταλιστικής
ανάπτυξης, ό.π., σ.
120).
Σε αυτή
την προφανώς
έγκυρη κριτική,
δίνεται η
απάντηση ότι
οι επικριτές
του μαρξικού νόμου
της πτωτικής
τάσης του
ποσοστού
κέρδους σφάλλουν
επειδή η
διαδικασία που
περιέγραφε ο
Μαρξ δεν είναι
αφηρημένη, δεν
συνίσταται σε
μια λειτουργία
μοναχά
αριθμητική (η
οποία εύκολα
μπορεί να
εκφραστεί από
έναν
μαθηματικό
τύπο), αλλά
αναφέρεται πάντοτε
στο ζωντανό
εργάτη, στην
παροχή
εργασίας εκ
μέρους του σε
μια
συγκεκριμένη
εργάσιμη
ημέρα.
Αυτό που ο
Μαρξ είπε
ακόμα πιο
πειστικά στο
επιχείρημά του
αυτό, μπορεί
κανείς να το
βρει στις 3
πρώτες
προτάσεις της 2ης
παραγράφου του
15ου
κεφαλαίου του 3ου
τόμου του
Κεφαλαίου, οι
οποίες παρέχουν
μια δεύτερη
απόδειξη της
πτωτικής τάσης
του ποσοστού
κέρδους, η
οποία
προστίθεται σε
εκείνη που
γίνεται λόγος
για την αύξηση
της οργανικής
σύνθεσης του
κεφαλαίου. Σε
αυτή την
περίπτωση,
αφετηρία του
μαρξικού
σκεπτικού δεν
είναι η αύξηση
της οργανικής
σύνθεσης του
κεφαλαίου,
αλλά η μείωση
του αριθμού
των εργατών
που μπορούν να
απασχοληθούν βάσει
ενός δεδομένου
κεφαλαίου. Οι
δύο υποθέσεις
που κάνει ο
Μαρξ
θεωρεί πως
είναι ίσης
σημασίας: αφού
μπορούμε να
παραδεχτούμε
ότι η τεχνική
πρόοδος τείνει
να καθιστά
πραγματικές
και τις δύο, η
νέα απόδειξη
μπορεί να θεωρείται
ως επέκταση
της πρώτης.
Ας
υποθέσουμε-
ισχυρίζεται,
πράγματι, ο
Μαρξ- ότι ο
αριθμός των
απασχολουμένων
εργατών βάσει
ενός δεδομένου
κεφαλαίου
μειώνεται
προοδευτικά.
Σε αυτή την
περίπτωση, για
να παραμείνει
ίσο το ποσοστό
του κέρδους
που αποκτά ο
καπιταλιστής
με βάση αυτό το
κεφάλαιο,
είναι
απαραίτητο η
υπεραξία να μη
μειώνεται,
παρά τη μείωση
του αριθμού
των απασχολουμένων
εργατών: και
για να είναι
αυτό εφικτό,
πρέπει να
αυξηθεί η
αποσπώμενη,
από κάθε
εργάτη που
παρέμεινε,
υπεραξία. Αλλά
αυτή η
απόσπαση υπεραξίας
έχει ένα
αδιαπέραστο
όριο, για δύο
λόγους: 1) ο αριθμός
των εργάσιμων
ορών που
μπορεί να
παρέχει κάθε
εργάτης κατά
τη διάρκεια
μιας εργάσιμης
ώρας είναι
πεπερασμένος,
για
φυσιολογικούς
και ιστορικούς
λόγους. 2)
εξάλλου, ένα
τμήμα αυτών
των ωρών εργασίας
ο εργάτης
πρέπει να τις
αφιερώσει για
«την εργασία για
αυτόν», δηλαδή
για να
αποκαταστήσει
την αξία της εργατικής
του δύναμης (Αναγκαία
Εργασία), και
όχι για να
παράγει
υπεραξία.
Ο Μαρξ
επιλέγει, ως
παράδειγμα,
αυτό που
μπορεί να θεωρηθεί
ως ακραία
περίπτωση: η
περίπτωση όπου
24 εργάτες
απασχολούνται
από ένα
συγκεκριμένο
κεφάλαιο για
μια
συντομότατη
εργάσιμη ημέρα
(2 μόνο ώρες την
ημέρα)
μειώνονται
προοδευτικά ως
ότου φτάσει ο
αριθμός τους
να περιοριστεί
σε 2 μόνο
εργαζόμενους
που εργάζονται
για μια ποσότητα
ωρών πολύ
αυξημένη (12 ώρες
την ημέρα), και
υποβάλλονται,
επομένως, σε
ένα βαθμό
εκμετάλλευσης
ακραίο:
«2 εργάτες
που εργάζονται
12 ώρες την ημέρα
δεν μπορούν να
παρέχουν την
ίδια ποσότητα
υπεραξίας που
παράγεται από 24
εργάτες που
δουλεύουν
μονάχα 2 ώρες την
ημέρα: και αυτό
ούτε αν ακόμα
οι πρώτοι
μπορούσαν να
ζούνε μόνο με
τον αέρα, χωρίς
δηλαδή να
χρειάζεται να
εργάζονται και
για αυτούς. Απ’
αυτή την άποψη,
η αντιστάθμιση
της μείωσης
του αριθμού
των εργατών
μέσω της
αύξησης του
βαθμού
εκμετάλλευσης
έρχεται σε
σύγκρουση με
τα
συγκεκριμένα
όρια που δεν
γίνεται με
τίποτα να
υπερκεραστούν.
Τέτοια
αντιστάθμιση,
λοιπόν, αν
μπορεί να
μετριάσει την
πτώση του ποσοστού
κέρδους, δεν
μπορεί με
κανέναν τρόπο
να τη
σταματήσει» (Το
Κεφάλαιο, 3ος
τόμος, σ.σ.347-348)
Επομένως:
μια αυξανόμενη
απόσπαση
υπεραξίας μπορεί
να επιτευχθεί
από τον
καπιταλιστή
επεκτείνοντας
την εργάσιμη
ημέρα ή
αυξάνοντας την
εντατικότητα της
εργασίας, αλλά
η υπεραξία που
αποσπάται από
κάθε
εργαζόμενο δεν
μπορεί να
υπερβεί μια
μέγιστη δεδομένη
αξία, ίση με τη
μέγιστη
ποσότητα
εργασίας που
μπορεί να παρέχει
κάθε
εργαζόμενος
ξεχωριστά: αντίθετα,
η υπεραξία
πρέπει να
είναι – σε κάθε
περίπτωση-
χαμηλότερη από
αυτή τη
μέγιστη
ποσότητα
εργασίας, γιατί
κανένας
εργάτης δεν
μπορεί να
«ζήσει μόνο με
τον αέρα», και
πρέπει
απαραίτητα να
αφιερώσει ένα
τμήμα των εργάσιμων
ωρών για την
αποκατάσταση
της αξίας του
μισθού του (για
αυτή τη «2η
απόδειξη» της
πτωτικής τάσης
από το Μαρξ, βλ. Henri Denis, Ιστορία
της
Οικονομικής
Σκέψης, τόμος 2ος,
Il Saggiatore- Mondadori, 1965, σ.σ. 124-126).
Στην «Ιστορία
των
Οικονομικών Θεωριών»
(γνωστή και με
τον τίτλο «Θεωρίες
για την
Υπεραξία»), ο
Μαρξ,
σχολιάζοντας
τη σωστή ιδέα
των «ανταγωνιστών
του Ρικάρντο προλετάριων»,
όπως αυτός
τους αποκαλεί
(τους λεγόμενους
«ρικαρδιανούς
σοσιαλιστές»
του πρώτου μισού
του 19ου αιώνα),
οι οποίοι συνήγαγαν
την πτώση του
ποσοστού
κέρδους από το
ανέφικτο της
απόσπασης
απεριόριστης
υπεραξίας, παρατηρεί
ότι η αύξηση
της υπεραξίας,
θα μπορούσε, μακροπρόθεσμα,
να
αντισταθμίσει
την –συνεπεία
της τεχνικής
προόδου-
προοδευτική
μείωση του
αριθμού των
εργατών, μόνο
αν ο χρόνος
εργασίας
μπορούσε να
«παραταθεί επ’
άπειρον» ή η
αναγκαία
εργασία
μπορούσε να
«μηδενιστεί»,
δύο υποθέσεις
εντελώς
παράλογες
(Ιστορία των
Οικονομικών
Θεωριών, 3ος
τόμος, σ.334).
Εξάλλου,
ήδη στον 1ο
τόμο του «Κεφαλαίου»
ο Μαρξ,
λαμβάνοντας
υπόψη «την τάση
του κεφαλαίου
για τη μέγιστη
δυνατή μείωση
του
απασχολούμενου
από αυτό
αριθμού εργατών,
[…] σε αντίθεση με
την άλλη του
τάση να παράγει
τη μέγιστη
δυνατή μάζα
υπεραξίας»,
είχε προκαταλάβει
την πιο εκτενή
ανάλυση που
διεξάγει στον 3ο
τόμο: «το
απόλυτο όριο
της μέσης
εργάσιμης
ημέρας, το οποίο
από τη φύση του
είναι
μικρότερο των 24
ωρών, συνιστά
ένα απόλυτο
όριο στην
υποκατάσταση
της μείωσης
του μεταβλητού
κεφαλαίου μέσω
της αύξησης
του ποσοστού
της υπεραξίας,
δηλαδή στην
υποκατάσταση
της μείωσης
των
εκμεταλλευόμενων
εργατών μέσω
μιας αύξησης
του βαθμού
εκμετάλλευσης
της εργατικής
δύναμης (Το
Κεφάλαιο, 1ος
τόμος, σ.372)
Και πριν
ακόμα από την
έκδοση του «Κεφαλαίου»,
παρατηρούσε
στο «Grundisse»: «Όσο πιο
ανεπτυγμένο
είναι το
κεφάλαιο, τόσο
πιο δραστικά
αυτό πρέπει να
αναπτύξει την
παραγωγικότητα
για να
αξιοποιηθεί,
δηλαδή για να
προσθέσει
υπεραξία», αλλά
«σε αναλογία
πάντοτε πιο
μικρή, επειδή
το όριό του
παραμένει η
σχέση μεταξύ
του τμήματος
εκείνου της
ημέρας που
εκφράζει την
αναγκαία
εργασία και
ολόκληρη την
εργάσιμη
ημέρα. Αυτή
μπορεί να κινηθεί
μόνάζα μεταξύ
αυτών των δύο
ορίων» (Grundisse, La Nuova Italia, Φλωρεντία
1968, τόμος 1ος, σ.σ.
338-339).
4.
Απέναντι σε
άλλες πιθανές
κριτικές που
αμφισβητούν το
πραγματικό
αποτέλεσμα της
μείωσης του
ποσοστού
κέρδους,
πρέπει να αντιπαρατεθεί
ένα σημαντικό
σημείο.
Ως
γνωστόν, είναι
μόνο η
παραγωγική
εργασία (συμπεριλαμβανομένων
των
δραστηριοτήτων
μεταφοράς και
συσκευασίας) αυτή που
δημιουργεί αξία
και υπεραξία,
ενώ καμία αξία
και υπεραξία
δεν δημιουργείται
από μη
παραγωγικές
δραστηριότητες,
οι οποίες (πέρα
από τις
δραστηριότητες
της επιθεώρησης
και της
διοίκησης, που
έχουν σκοπό
τον έλεγχο της
δουλειάς των
συμμετεχόντων
στην παραγωγή
εργαζομένων)
περιλαμβάνουν
όλες τις
δραστηριότητες
της
κυκλοφορίας,
που συνοδεύουν
την ανταλλαγή
των
εμπορευμάτων
(πωλήσεις,
αγορές,
λογιστική,
διαφημίσεις,
μεταβιβάσεις
τίτλων, νομική
βοήθεια κλπ).
Κατά τον
20ό αιώνα (και σε
αυτή την αρχή
του 21ου), το
κεφάλαιο έθεσε
σε κίνηση έναν
τεράστιο μηχανισμό
κυκλοφορίας
και διαφήμισης
για την
πραγματοποίηση,
στην αγορά,
υπεραξίας που
παράγεται στη
σφαίρα της
παραγωγής: και
για τη θέση σε
κίνηση αυτού
του γιγάντιου
μηχανισμού,
επενδύονται
αυξανόμενες
μάζες
κεφαλαίου. Στην
ανάλυση αυτών
των «μη
παραγωγικών
κοστών»- που υπήρχαν
ήδη, αν και σε
μικρότερο
μέγεθος, και στον
καπιταλισμό
του 19ου αιώνα-
ο Μαρξ
αφιερώνει ένα
τμήμα στο 2ο τόμο
του «Κεφαλαίου»,
και σε πολλά
σημεία του 14ου,
15ου,16ου και 17ου
κεφαλαίου του 3ου
τόμου εξηγεί
πως ακόμα και ο
μη παραγωγικός
καπιταλισμός,
που απασχολείται
στο προτσές
της
κυκλοφορίας
και της πώλησης
των
εμπορευμάτων,
συμμετέχει στη
διανομή της
υπεραξίας, αν
και δεν
συμμετέχει στη
δημιουργία
της, και
συμμετέχει
επομένως στον
καθορισμό του μέσου
γενικού
ποσοστού
κέρδους. Το
γενικό ποσοστό
κέρδους πρέπει,
συνεπώς, να
υπολογίζεται
βάσει των
επενδύσεων
κεφαλαίων όλης
της
καπιταλιστικής
τάξης, δηλαδή βάσει
ολόκληρου του
κοινωνικού
κεφαλαίου, σε
κάθε τομέα και
αν αυτό
επενδύθηκε.
Αυτό δεν
μπορεί παρά να
δυναμώσει την
τάση για
μείωση του
ποσοστού σε
σχέση με τη
μάζα του
κέρδους και το
μέγεθος του
συνολικού κεφαλαίου.
5. Είναι
εφικτός ένας
εμπειρικός
έλεγχος του
νόμου της
πτωτικής τάσης
του ποσοστού
κέρδους; Είναι εφικτή
μια στατιστική
επαλήθευσή
του;
Σύμφωνα
με αρκετούς
μελετητές
μαρξιστικού
προσανατολισμού,
ακόμα και αν
διαθέταμε
αξιόπιστα
στατιστικά δεδομένα,
μια επαλήθευση
του νόμου θα
ήταν ανέφικτη. Αλλά
για το Μαρξ η
θεωρία της
αξίας δεν
συνιστά ένα
μοντέλο καθαρά
θεωρητικό:
όλος ο 3ος
τόμος του «Κεφαλαίου»
αφιερώνεται
στην
αντιστοίχιση μεταξύ
της κατηγορίας
«Αξία» και της
απτής
πραγματικότητας.
Αντίθετα με το
Ρικάρντο, ο
Μαρξ δεν είχε
πρόθεση απλώς
να αντιπαραθέτει
στην
πραγματικότητα
ένα σχήμα δίχως
αξία, αλλά είχε
ως σκοπό, όπως
χαρακτηριστικά
διατύπωνε να
«περάσει από το
αφηρημένο στο
συγκεκριμένο».
Η προσπάθεια
να υποβληθεί ο
μαρξικός νόμος
σε εμπειρικό
έλεγχο, είναι,
συνεπώς,
νομιμοποιημένος
από
επιστημονική
σκοπιά.
Ο
αμερικανός
οικονομολόγος Joseph Gillman, στο
βιβλίο του «Το
Ποσοστό
Κέρδους» (Editori Riuniti, Ρώμη, 1961)
κατέληξε στο
συμπέρασμα ότι,
στις Ηνωμένες
Πολιτείες και
τις πιο
ανεπτυγμένες
καπιταλιστικές
χώρες, η
πτωτική τάση
μπορεί να επαληθευτεί
για ολόκληρη
την περίοδο
από το 2ο μισό
του 19ου αιώνα
ως το 1919, ενώ το
ίδιο δεν
μπορεί κανείς
να πει για την
επόμενη
ιστορική
περίοδο, μετά
τον Α’
Παγκόσμιο
Πόλεμο, δηλαδή
για την
περίοδο της ανάπτυξης
του
μονοπωλιακού
καπιταλισμού,
κατά την οποία,
σύμφωνα με τον Gillman, η
οργανική
σύνθεση
κεφαλαίου
σταμάτησε να
αυξάνεται.
Άλλοι
μελετητές
έφτασαν σε
αποτελέσματα
αντίθετα από
αυτά του Gillman όσον
αφορά την
περίοδο του
μονοπωλιακού
καπιταλισμού.
Το λάθος του Gillman ήταν
ότι θεώρησε ως
εμπειρικό
δείκτη τη
σχέση μεταξύ
του συνόλου
των τιμών των
στοιχείων του
σταθερού
κεφαλαίου και
των μισθών των
εργατών.
Σύμφωνα με τον
μαρξικό
ορισμό, η
οργανική σύνθεση
του κεφαλαίου
είναι η
σύνθεση σε
αξία που αντανακλά
την τεχνική
σύνθεση του
κεφαλαίου (σημ.
μετάφρ.:Μάζα
Μέσων
Παραγωγής δια
Ποσότητα
Εργασίας). Στον
δείκτη του Gillman δεν
αντανακλώνται
οι μεταβολές
της τεχνικής
σύνθεσης, ή
αντανακλώνται
μόνο σε ασήμαντο
βαθμό, και για
αυτό οι τιμές
που λαμβάνει η οργανική
σύνθεση
κεφαλαίου για
την περίοδο 1919-’52
προκύπτουν
εντελώς
διαστρεβλωμένες.
(βλ.Paul Mattick, C. Deutschmann, V.Brandes, Κρίση
και Θεωρίες
για την Κρίση, Dedalo Libri, Μπάρι,
1979, σ. 198).
Η στατιστική
εκτίμηση που
είναι πιο
κοντά στο
μαρξικό ορισμό
είναι εκείνη
της «έντασης
κεφαλαίου», δηλαδή
του συνολικού
αποθέματος
κεφαλαίου (σε
σταθερές τιμές)
ανά αριθμού
απασχολουμένων
εργατών. Σύμφωνα
με αυτόν και
άλλους
δείκτες, η
οργανική
σύνθεση του κεφαλαίου,
εξαρτώμενη από
την
τεχνολογία,
συνεχίζει να
μειώνεται και
μετά το 1919 (ό.π., σ. 200).
6. Η τάση
για πτώση του
ποσοστού
κέρδους μπορεί
να καταδειχτεί,
αν και με
έμμεσο τρόπο,
από μια σειρά
δεικτών που
αφορούν, για
παράδειγμα, τα
μεγάλα
αμερικανικά
μονοπώλια των
τελευταίων
ετών.
Για πρώτη
φορά μετά το
κραχ του 1987, η General Motors, η
ηγέτιδα
εταιρία της
παγκόσμιας
αυτοκινητοβιομηχανίας,
είδε να
μειώνονται
κατά 50% οι
αποτιμήσεις
της μετοχής
της στο
χρηματιστήριο
κατά το τέλος
του 2005. Με ένα χρέος
που αγγίζει τα 300
δις. $, η GM υπέστη
κατά το 2006 μια
απώλεια της
τάξης των 10,6 δις. $.
Ένα άλλο
μεγάλο
μονοπώλιο της
αυτοκινητοβιομηχανίας,
η Ford, έχει ένα
χρέος 160 δις. $ και
από το Γενάρη
ως το Μάρτη του
2006, τα κέρδη της
μειώθηκαν κατά
37%.
Η Daimler-Chrysler, μια από
τις πιο μεγάλες
εταιρίες
συναρμολόγησης
αυτοκινήτων (η 5η
σε μέγεθος
παγκοσμίως),
γνωστοποίησε
ότι τα καθαρά
της κέρδη δεν
ξεπέρασαν, το 2005,
τα 966 δις. $, και
προειδοποίησε
ότι, για να
αποτρέψει νέες
απώλειες, θα έπρεπε
να απολύσει 14.500
εργάτες.
Τα κέρδη
της L’Oreal, της πιο
μεγάλης
παραγωγού
καλλυντικών
στον κόσμο,
μειώθηκαν κατά
2 δις. $ το 2005. Η Pfizer, μια από
τις πιο
μεγάλες
φαρμακευτικές
εταιρίες παγκοσμίως,
ξεκαθάρισε πως
δεν θα υπάρχει
καμία αύξηση
των πωλήσεών
της το 2006, λόγω
προβλημάτων
που συνδέονται
με τις πατέντες
αρκετών
προϊόντων της.
Ακόμα και
οι πιο μεγάλες
επιχειρήσεις
στο μεταλλουργικό
τομέα είδαν τα
περιθώρια
κέρδους τους
να μειώνονται
κατά το 2005,
εξαιτίας της
πτώσης της
παγκόσμιας
Ζήτησης. Μόνο
τα κέρδη της
βιομηχανίας
πετρελαίου (Exon, Royal Dutch Shell, BP)
και της
βιομηχανίας
όπλων
αυξήθηκαν.
Την πτώση
του ποσοστού
κέρδους
συνόδευε
σταθερά, τα
τελευταία
χρόνια, η
χρεοκοπία
πολλών μεγάλων
αμερικανικών
εταιριών (Enron, Qwest Enron, Global Crossing, Kmart, Wordcom, NTL, Adelphia, Crossways). Το 2001
χρεοκόπησαν 1.490.000
εταιρίες.
Εξαιτίας
της
αυξανόμενης
δυσκολίας
αξιοποίησης
του κεφαλαίου
που επενδύεται
στη σφαίρα της
παραγωγής, όλο
και πιο
επιτακτική
καθίσταται η
μετάβασή του
στη σφαίρα του
χρηματικού και
κερδοσκοπικού
κεφαλαίου,
όπου η
τοποθέτησή του
εκεί είναι πιο
επικερδής,
ακόμα και αν
πρόκειται για
μια τεχνητή
αξιοποίηση.
Και αυτό είναι ένα
από τα πιο
βασικά
χαρακτηριστικά
του σημερινού
«παγκοσμιοποιημένου»
καπιταλισμού.
7. Ο νόμος
της πτωτικής
τάσης του
ποσοστού
κέρδους
περικλείει
μέσα του τη
βασική ιδέα
του «Κεφαλαίου»,
σύμφωνα με την
οποία ο
καπιταλιστικός
τρόπος
παραγωγής έχει
απόλυτα
οικονομικά
όρια που τον
καθιστούν ένα
τρόπο παραγωγής
καθαρά
ιστορικό,
δηλαδή
προσωρινό, ο
οποίος – μέσω της
επαναστατικής
δράσης του
προλεταριάτου-
πρέπει
απαραιτήτως να
αντικατασταθεί,
μετά τη
μεταβατική
φάση του
σοσιαλισμού,
από τον
κομμουνιστικό
τρόπο
παραγωγής.
Σε αυτή
την
αντικειμενική βάση
της
αναγκαιότητας
του
σοσιαλισμού
έγκειται η
ύπαρξη του
μαρξισμού, σε
πλήρη αντίθεση
με τις
ουτοπικές και
ιδεαλιστικές
αντιλήψεις για
το σοσιαλισμό.
Αυτή παραμένει
ένα βασικό
σημείο
αντιπαράθεσης
μεταξύ μαρξισμού
και
ρεφορμισμού.
Teoria & Prassi, n.18, Νοέμβρης 2007